Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Κύριοι του Focus, μας χρωστάτε πολλά πράγματα που έχετε κλέψει. Ζωές, χρήματα, πολιτισμό….

Η μαυροφορεμένη γιαγιά με τις δεκάδες ρυτίδες – όσες και τα χρόνια της – προσπαθούσε μάταια χωρίς γυαλιά να δει την φωτογραφία που κρατούσε μπροστά της ο εγγονός της. Ήταν το γερμανικό περιοδικό Focus που είχε στο εξώφυλλο την Αφροδίτη της Μήλου να κάνει με το μεσαίο δάχτυλο μια χυδαία χειρονομία ενώ στον τίτλο έγραφε «Απατεώνες στην Ευρωοικογένεια».


«Μην στενοχωριέσαι» είπε συγκαταβατικά η γιαγιά με την πραότητα των 90 και βάλε χρόνων της. «Ο πολιτισμός και η τέχνη δεν μπορούν να νικηθούν από κανένα. Πόσο μάλλον από αυτούς που δίχασαν δυο φορές την Ευρώπη και προκάλεσαν εκατόμβες νεκρών. Εξάλλου γιόκα μου, να ξέρεις ότι οι χειρονομίες δεν βγάζουν σε καλό. Μια φορά που το είχα κάνει σε γερμανούς των Ες – Ες την περίοδο της κατοχής, όταν με έπιασαν να κλέβω ένα καρβέλι ξερό ψωμί, ξέρεις τι μου έκαναν; Μου κράτησαν το χέρι και με μια κίνηση ο ένας τους μου έσπασε το χέρι χτυπώντας το στο γόνατό του. Να τους πεις λοιπόν λεβέντη μου» συνέχισε σε αυστηρό ύφος, «ότι οι μαύρες στιγμές στην ιστορία δεν γράφονται ούτε από ψεύτικα οικονομικά στοιχεία, ούτε από τις οικονομικές δυσκολίες μιας χώρας. Παρά μόνο από το θάνατο που προκαλεί ο πόλεμος και οι δυστυχίες του. Δεν θα ομιλούν παιδί μου αυτοί που αιματοκύλισαν ολόκληρο τον κόσμο δυο φορές. Αυτοί που κατά την διάρκεια της κατοχής έκλεψαν τις περιουσίες μας, αφάνισαν τις ζωές μας και άρπαξαν τις αρχαιότητες μας κατά την διάρκεια της κατοχής. Αυτοί που δεν δέχονται να πληρώσουν τις πολεμικές αποζημιώσεις στην Ελλάδα που ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ».



Έφτιαξε για λίγο το μαντήλι στα μαλλιά της. Άλλαξε στάση στην πολυθρόνα της. Ο εγγονός της διέκρινε ότι τα μάτια της ήταν υγρά εδώ και ώρα. Και απορούσε πως δεν έτρεχαν δάκρυα. «Είναι γιατί φορτίστηκα από θυμό για την αλαζονεία τους κι όχι από στενοχώρια για αυτά που γράφουν», τον πρόλαβε. «Με όλα αυτά που τραβήξαμε στον πόλεμο, δεν κρατήσαμε μίσος. Εγώ αγόρι μου έχασα τον μπαμπά μου στην κατοχή και ο παππούς σου τον αδερφό του. Από τους ναζί. Παρόλα αυτά στα δύσκολα εκείνα χρόνια πήγε ως οικονομικός μετανάστης στην χώρα που μας αφάνισε. Δεν κράτησε ποτέ μίσος για τους Γερμανούς, παιδί μου. Σεβόταν το ψωμί που έτρωγε, κι όπως μου έλεγε συνέχεια, τα Ελληνικά φτηνά εργατικά χέρια, ανόρθωσαν την διαλυμένη και κατεστραμμένη χώρα τους». Χύθηκε αναπαυτικότερα στην πολυθρόνα και χάθηκε στις σκέψεις της. Δεν έδωσε σημασία στον εγγονό της που την κοιτούσε με απορία και θαυμασμό.

Όταν την ακούμπησε στην πλάτη, σχεδόν τρόμαξε. «Γιαγιά, άκου τι θα κάνω», αποκρίνεται ο μικρός. «Θα ψάξω στο ίντερνετ – και μην με ρωτάς τι είναι αυτό – την διεύθυνση του περιοδικού και θα τους γράψω όσα μου είπες». Εκείνη χαμογέλασε.

Ο μικρός άνοιξε τον φορητό υπολογιστή και άρχισε να σερφάρει. Βρήκε τελικά το email του περιοδικού. «redaktion@focus.de» . Ξεκίνησε να γράφει με μανία: «Κύριοι του Focus, δεν χρωστάμε σε κανένα. Αντιθέτως, μας χρωστάτε πολλά πράγματα που έχετε κλέψει. Ζωές, χρήματα, πολιτισμό….»

Γιώργος Κολοβάτσιος

Υ.Γ. Το email του περιοδικού Focus είναι πραγματικό. Όσοι θέλετε μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε για να διαμαρτυρηθείτε. H φωτογραφία είναι από το Άουσβιτς, ό,τι πιο γνωστό έχουν προσφέρει οι Γερμανοί στην Ιστορία...

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

Η Ευρώπη πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Με αφορμή την ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου αλλά και τα όσα συμβαίνουν με τα Σκόπια ξέθαψα μια παλιότερη εργασία που είχα γράψει σχετικά με τις ισορροπίες και την πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη άπό το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων μέχρι το ξεκίνημα του Α΄παγκοσμίου Πολέμου. Αξίζει τον κόπο να ρίξετε μια ματιά και θα δείτε πως η Ιστορία και οι βλέψεις των ισχυρών επαναλαμβάνονται!

Με την οριστική ήττα του Ναπολέοντα το 1814 επέστρεψε
στο πολιτικό προσκήνιο των χωρών της γηραιάς ηπείρου, το παλαιό συντηρητικό
καθεστώς. Ταυτόχρονα διαμορφώθηκε εκ νέου ο γεωγραφικός χάρτης
της. Το μόνο πού απέμεινε από τα παρελθόντα έτη και την
Ναπολεόντεια Ευρώπη ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά της Γαλλικής
Επανάστασης
, δηλαδή τα στοιχεία της ελευθερίας αλλά και της
εθνικής κυριαρχίας που απέκτησαν οι λαοί, στοιχεία που άρχισαν να
ζυμώνονται όλο και περισσότερο μέσα στο χρόνο.

Το σχεδιασμό της νέας Ευρώπης σε πολιτικό, στρατιωτικό και
οικονομικό επίπεδο ανέλαβαν να διαμορφώσουν οι χώρες που
πρωτοστάτησαν στη νίκη κατά της γαλλικής κυριαρχίας : η Ρωσία, η
Αγγλία , η Αυστρία και η Πρωσία
. Το Σεπτέμβριο του 1814 οι χώρες
αυτές συγκάλεσαν το συνέδριο της Βιέννης με απώτερο σκοπό την
αρχή της ισορροπίας των δυνάμεων στην Ευρώπη και ήταν η πρώτη φορά που αντιπροσωπεύονταν όλα τα κράτη . Είναι χαρακτηριστικό ότι διακόσιες
δεκατρείς αντιπροσωπείες από όλη την Ευρώπη εγκαταστάθηκαν
στην πρωτεύουσα των Αψβούργων.


Όλα αυτά προσέδωσαν αίγλη και βέβαια αποτέλεσαν το κορυφαίο διπλωματικό και
κοινωνικό γεγονός. Όμως παρά την Πανευρωπαϊκή συμμετοχή των
αποστολών στα δείπνα, στους χορούς και στα κυνήγια, τις αποφάσεις
στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων για το νέο χάρτη της Ευρώπης πήραν
αποκλειστικά οι μεγάλες δυνάμεις.«Τα σοβαρά ζητήματα όμως
συζητήθηκαν και αποφασίστηκαν αποκλειστικά από τις «μεγάλες
δυνάμεις», όρος που καθιερώθηκε κατά το συνέδριο.» (1)
Τον καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις του συνεδρίου της
Βιέννης διαδραμάτισαν τρεις χώρες. Η Ρωσία που είχε σαν στόχο την
δημιουργία μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας με επικεφαλής τον τσάρο
Αλέξανδρο
. Η Αγγλία του πρωθυπουργού Κάσλρη, η οποία έχοντας
ηγετική θέση με την εξασφάλιση του παγκόσμιου εμπορίου, δεν
διεκδίκησε εδάφη αλλά εμπορικά και αποικιακά οφέλη και βέβαια
την διεθνή ισορροπία για να κάνει άνετα τις δουλειές της. Οι
συντηρητικοί ηγέτες των μεγάλων δυνάμεων με προεξάρχοντα τον
πρωθυπουργό της Αυστρίας Μέτερνιχ προσπάθησαν κυρίως να
εξασφαλίσουν τέτοιες συμμαχίες και ισορροπίες ώστε να
καταπνίξουν κάθε επαναστατική διάθεση των λαών.
«Οι τρεις αυτές δυνάμεις είχαν μεγάλα οφέλη και εδαφικά κέρδη. Η Αγγλία
αρκέστηκε στον έλεγχο εδαφών εμπορικής σημασίας, ενώ η Πρωσία
αναλογικά κέρδισε περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη δύναμη σε
εδάφη και οικονομικούς όρους».(2)

Σημαντική απόφαση στα πλαίσια του συνεδρίου και
κατευθυντήρια αρχή ήταν η «αρχή της νομιμότητας» που υιοθετήθηκε
από Μέτερνιχ αλλά ήταν Γαλλικής προελεύσεως πρόταση που
επινοήθηκε από τον Γάλλο υπουργό εξωτερικών Ταϋλεράνδο ως μέσο
προστασίας της χώρας του σε ενδεχόμενα σκληρά αντίποινα από τους
νικητές. Σε γενικές γραμμές η αρχή της νομιμότητας όριζε την
αποκατάσταση των προεπαναστατικών δυναστειών στους θρόνους
τους και την ανάκτηση από κάθε χώρα των εδαφών που κατείχε το
1789. Αυτό έγινε σχεδόν σε όλα τα κράτη εκτός από κάποια
γερμανικά κρατίδια, για τα οποία οι μεγάλες δυνάμεις αναγνώρισαν
μόνο 39 κρατίδια σύμφωνα μάλιστα με τα σύνορα όπως τα είχε ορίσει ο
Ναπολέων. Αυτά τα κρατίδια μαζί με την γερμανόφωνη Πρωσία και
Αυστρία σχημάτισαν την Γερμανική Συνομοσπονδία.


Ο νέος γεωπολιτικός χάρτης που διαμορφώθηκε μετά το «συνέδριο της
Βιέννης»
χαρακτηρίστηκε από μια σχετική σταθερότητα και μια
μακρόχρονη περίοδο ειρήνης. Τα βασικά της χαρακτηριστικά
όπως προαναφέρθηκαν αποτέλεσαν το ευρωπαϊκό σύστημα
διακυβέρνησης στην διάρκεια ενός αιώνα μέσα στον οποίο είχαμε
μόνο μικρής εμβέλειας πολέμους με εξαίρεση τον «Κριμαϊκό». Μέχρι
τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο δεν συμμετείχαν ποτέ πάνω από δύο
μεγάλες δυνάμεις σε πολεμική σύγκρουση. Επειδή όμως έπρεπε
να υλοποιηθούν άμεσα οι αποφάσεις της Βιέννης, λίγε εβδομάδες
μετά την λήξη του συνεδρίου η Αυστρία, η Ρωσία και η Πρωσία με
πρόσχημα την κοινή χριστιανική θρησκεία υπέγραψαν την συνθήκη
της «Ιεράς Συμμαχίας». Δεν ήταν παρά ένα σύμφωνο αλληλοβοήθειας
σε ενδεχόμενες κοινωνικές και εθνικές ανατροπές...

Μπορεί η «ιερά συμμαχία» να μην λειτούργησε ποτέ επί της
ουσίας, όμως στα μάτια των λαών εκείνης της εποχής απέκτησε
μυθικές διαστάσεις, συμβολίζοντας έναν ισχυρό συνασπισμό
δυνάμεων κατά της επανάστασης.«Πράγματι περισσότερο από την
ηχηρή διακήρυξη, που οφείλεται στις μυστικιστικές εξάρσεις του
τσάρου, οι ενέργειες που ακολουθούν αποκαλύπτουν το αληθινό
πρόσωπο της ιεράς συμμαχίας: ένας σύνδεσμος αμοιβαίας βοήθειας
των απολυταρχικών ηγεμόνων εναντίον των λαϊκών βλέψεων που
γεννήθηκαν από την γαλλική επανάσταση.»(3)

Τους σκοπούς της συμμαχίας εφάρμοζε το «συνέδριο της
Ευρώπης»
στο οποίο από το 1815 συμμετείχε και η Αγγλία, ενώ από
το 1818 έγινε πενταμελές αφού εντάχθηκε και η Γαλλία. Το 1818
ήταν και η μόνη περίοδος στην οποία συσκέπτονταν ουσιαστικά και
ενεργούσαν άμεσα για την αντιμετώπιση κάθε είδους κινημάτων,
όπως αυτά των φιλελεύθερων φοιτητών στο Τορίνο και στα
γερμανικά κρατίδια. Η τελευταία επέμβαση της «ιεράς συμμαχίας» έγινε
κατά των Ισπανών φιλελευθέρων στα τέλη του 1823. Τότε άρχισαν οι
πρώτοι τριγμοί στο καθεστώς που διαμορφώθηκε από το συνέδριο της
Βιέννης καθώς η Βρετανία τάχθηκε ανοιχτά κατά της επέμβασης. Η
αστυνόμευση από τα μεγάλα κράτη θα ζημίωνε τα συμφέροντα της
Βρετανίας στις αποικίες της που είχαν εξαπλωθεί πέραν του
Ατλαντικού και για αυτό τάχθηκε υπέρ της ανεξαρτησίας των
Λατινοαμερικάνικων χωρών και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Την αρχή της καταστολής όλων των επαναστάσεων σύμφωνα
με το συνέδριο της Βιέννης κατέλυσε η Ελληνική ανεξαρτησία του
1830 με την βοήθεια μάλιστα της Ρωσίας η οποία παρά την
δυσαρέσκεια της στα κινήματα αυτά υποστήριξε τους ομόθρησκούς
της, με αποτέλεσμα να κλονιστεί η συνοχή της «ιεράς συμμαχίας».

Το πιο σοβαρό ζήτημα που δίχασε για πολλά χρόνια τις
Ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως την Ρωσία και την Βρετανία, ήταν το
«Ανατολικό Ζήτημα». Δηλαδή ο αγώνας μεταξύ των μεγάλων
δυνάμεων για τα μεγαλύτερα οφέλη από την διάλυση της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας.
Το «Ανατολικό Ζήτημα» οδήγησε σε γενικευμένη
σύγκρουση το 1854 – 1856 με τον Κριμαϊκό πόλεμο. Η Ρωσία δεν
ενδιαφερόταν μόνο για το μέλλον των ορθόδοξων λαών της
Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά κυρίως γιατί έβλεπε τα Βαλκάνια
ως φυσική προέκταση της , ενώ καταλαμβάνοντας τα στενά του
Βοσπόρου θα είχε πρόσβαση στη Μεσόγειο. Όμως τον ίδιο εμπορικό
δρόμο ήθελε να ελέγχει και η Βρετανία για να εξυπηρετεί τα
συμφέροντά της στην Ινδία.

Η Ρωσία προκάλεσε για ακόμη μια φορά ρήξη στις σχέσεις της με την Οθωμανική αυτοκρατορία με αφορμή την πρόθεση του Σουλτάνου να παραχωρήσει την φύλαξη των Αγίων Τόπων σε Λατίνους μοναχούς (προστατευόμενους από την Γαλλία), κι όχι σε
Έλληνες μοναχούς που προστάτευε η ίδια. Έτσι απαίτησε με
τελεσίγραφο την δημιουργία Ρωσικού προτεκτοράτου στους Αγίους
Τόπους.
Στην άρνηση του Σουλτάνου απάντησε με εισβολή στην
υποτελή από τους Οθωμανούς Μολδοβλαχία και με την καταστροφή
του Οθωμανικού στόλου. Η Αγγλία αποφάσισε να επέμβει και ζήτησε
την συνδρομή της Γαλλίας η οποία ανταποκρίθηκε ώστε να στηρίξουν τους Τούρκους.« Η Ρωσική νίκη στην θάλασσα κατέστησε τον τσάρο λιγότερο αδιάλλακτο. Η Ρωσία
ήταν τώρα διατεθειμένη να διαπραγματευτεί με την Πύλη
συμβιβαστική λύση του ζητήματος των ιερών προσκυνημάτων και να
αποσύρει τα στρατεύματά της από την Μολδαβία και την Βλαχία, αν
απέσυραν τις ναυτικές τους δυνάμεις η Βρετανία και η Γαλλία από τα
στενά, οπού τις είχαν στείλει προκειμένου να στηρίξουν την Πύλη
και να ασκήσουν πίεση στην Ρωσία». (4)


Απέναντι στην κοινή εκστρατεία η Ρωσία πολιορκήθηκε για
ένα χρόνο στην Κριμαία σε ένα πόλεμο που είχε πολλές ανθρώπινες
απώλειες. Τον Σεπτέμβριο του 1855 μετά τον θάνατο του τσάρου
Νικολάου του Α΄, οι συμμαχικές δυνάμεις κατέλαβαν την
Σεβαστούπολη και ανάγκασαν το νέο τσάρο Αλέξανδρο
τον Β΄
να συνθηκολογήσει. Στην ήττα της Ρωσίας συνέβαλε και το
γεγονός ότι ήταν διπλωματικά απομονωμένη ακόμη και από τον
παραδοσιακό της σύμμαχο την Αυστρία την οποία μάλιστα ο τσάρος
πριν από λίγα χρόνια (1848) είχε βοηθήσει κατά της Ουγγρικής
επανάστασης
. Μια από τις συνέπειες του πολέμου ήταν
φυσικά η διάλυση της συντηρητικής «ιεράς συμμαχίας». Η συμμαχική
διάσπαση των δυο μεγάλων δυνάμεων, Ρωσίας, Αυστρίας, έπαιξε
σημαντικό ρόλο, όχι μόνο στο μέλλον της διπλωματίας στα επόμενα
χρόνια αλλά και στην αναγέννηση των φιλελεύθερων εθνικών
κινημάτων. «Το ρήγμα μεταξύ Αυστρίας και Ρωσίας αποτέλεσε
«διπλωματική επανάσταση» για την εποχή εκείνη. Κανείς δεν
μπορούσε να εγγυηθεί πλέον την διατήρηση του status quo στην
Ευρώπη, ενώ οι Αψβούργοι δεν υπολόγιζαν πια στην βοήθεια της
Ρωσίας και της Πρωσίας για την αντιμετώπιση κρίσεων που
αμφισβητούσαν την ακεραιότητα της πολυεθνικής αυτοκρατορίας
τους...» (5)

Ο Κριμαϊκός πόλεμος αποτέλεσε σημείο καμπής για την
Ευρωπαϊκή διπλωματία, ενισχύοντας σημαντικά το γόητρο και το
ρόλο του Ναπολέοντα του Γ’. Ο Γάλλος αυτοκράτορας για να
επικυρώσει την ειρήνη, συγκάλεσε το «συνέδριο των Παρισίων» (1856),
το οποίο έβαλε τέλος στο καθεστώς και στο σύστημα που
εγκαθίδρυσε το συνέδριο της Βιέννης.

Παρά τις συμφωνίες των μεγάλων δυνάμεων και την επιβολή
της συντήρησης, στις Ευρωπαϊκές κοινωνίες επικρατούσε
επαναστατικός αναβρασμός. Τα κινήματα είχαν μεγάλη ένταση και
κορυφώθηκαν το 1848, προσλαμβάνοντας μάλιστα χαρακτήρα
παγκόσμιας επανάστασης για αυτό ονομάστηκαν «η άνοιξη
των λαών».
Τα κινήματα αυτά σχεδιάζονταν ως επί το πλείστον από
μορφωμένους ανθρώπους οι οποίοι αποτελούσαν ολιγάριθμες
ομάδες, μυστικές επαναστατικές αδελφότητες, στα μεσαιωνικά
πρότυπα, με ιεραρχία και τελετουργικό τυπικό. Οι λαοί της Ευρώπης
εξεγέρθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα, όμως στην Γαλλία,στην
Ιταλία αλλά και στην Αυστρία οι διάφορες εθνότητες, πνίγηκαν στο αίμα. Οι επαναστάτες του 1848 έκαναν ολοφάνερη πλέον την διαμάχη και την ταξική διαφορά μεταξύ των
εργατών και των αστών.
Φυσικά ως συνέπεια των επαναστάσεων
ήταν η επαναφορά στο σύστημα διακυβέρνησης των απόλυτων μοναρχιών.

Ένας πολύ σημαντικός παράγοντας στο σύστημα
διακυβέρνησης των κρατών στην Ευρώπη μετά την Γαλλική
Επανάσταση, ήταν η εμφάνιση και δημιουργία του έθνους, του
εθνικού κράτους
. Και παρά τα προβλήματα που δημιουργούσαν σε
αυτό οι πολυεθνικές αυτοκρατορίες, το εθνικό κράτος εμφανίστηκε
ως πανάκεια. Ο λαός πίστευε ότι η ανέχεια, η κοινωνική αδικία, η
ταξική και φυλετική καταπίεση θα εξαφανιζόντουσαν από την
δημιουργία ενός κράτους με εθνικούς θεσμούς, δηλαδή εκπαίδευση,
στρατό, διοίκηση, εθνικές εορτές και σύμβολα. Η Ιταλική (1859 –
1870) και η Γερμανική ενοποίηση (1871
) προώθησαν ακόμη
περισσότερο τον εθνικισμό και άλλαξαν τον συσχετισμό των
δυνάμεων και τα διπλωματικά δεδομένα στην Ευρώπη. Ο βασικός
διαμορφωτής των νέων καταστάσεων ήταν ο πρωθυπουργός και
υπουργός εξωτερικών της Γερμανίας Ότο φον Βίσμαρκ. Ο νέος
καγκελάριος ήταν αυτός που επηρέασε όσο κανείς άλλος τις διεθνείς
σχέσεις και τις διπλωματικές εξελίξεις στην Ευρώπη. Ακολουθώντας
μια πολιτική συμμαχιών και ισορροπιών, προσπάθησε με κάθε
τρόπο να διατηρήσει η χώρα του την ισχύ της, αλλά και να
εξασφαλιστεί η ειρήνη μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Η Γερμανία
πανίσχυρη οικονομικά και στρατιωτικά μετά το 1870, διεκδίκησε την
πρωτοκαθεδρία της μέχρι τότε ηγετικής δύναμης, Βρετανίας. Η Ιταλία
από την άλλη μπορεί να μην ήταν ακόμη μια μεγάλη Ευρωπαϊκή
δύναμη, μπήκε όμως στην λέσχη των ισχυρών που διαμόρφωναν
ανάλογα με τα συμφέροντά τους το σύστημα ισορροπιών και τον
γεωπολιτικό χάρτη της Ευρώπης.

Ένα ακόμη σημείο που επηρέασε τις σχέσεις μεταξύ των
μεγάλων δυνάμεων και συνακόλουθα την διπλωματική τους πολιτική,
μέσω συγκρούσεων και συμμαχιών, ήταν και η αποικιοκρατική
πολιτική τους από το 1880 μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Ήταν
η εποχή που οι ιστορικοί ονομάζουν «εποχή του ιμπεριαλισμού» όπου
τα συμφέροντα των μεγάλων χωρών Αγγλία, Ρωσίας, Γαλλίας αλλά
και των δυο νεοσύστατων κρατών Γερμανίας και Ιταλίας, έρχονταν
σε σύγκρουση και διατάρασσαν την πολιτική και στρατιωτική
ισορροπία στην Ευρώπη. Κι αυτό παρά το ότι αφορούσε αποικίες
εκτός της γηραιάς Ηπείρου, όπως για παράδειγμα τα συμφέροντα της
Γαλλίας και της Βρετανίας στην Αφρική και της Ρωσίας με την
Βρετανία στην Ασία.

Στην κρίση του Ανατολικού Ζητήματος (1877 – 1878) οι
μεγάλες δυνάμεις έδειξαν για ακόμη μια φορά τις μεγάλες διαφορές
τους όταν πρόκειται να μοιραστούν την πίτα που ονομάζεται
συμφέροντα ή εδάφη στρατηγικής σημασίας. Συμμαχίες, διπλωματία
και πόλεμοι δοκίμασαν για ακόμη μια φορά την ικανότητα των
μεγάλων δυνάμεων στην σοβαρή αυτή κρίση σε μια περιοχή μάλιστα
που ήταν «καζάνι που έβραζε». Τον Απρίλιο του 1877 ο τσάρος
Αλέξανδρος ο Β΄ κήρυξε τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής
αυτοκρατορίας με αφορμή τις σφαγές των τελευταίων κατά των
Βοσνίων και των Βουλγάρων εξεγερθέντων. Οι Βρετανοί όπως είχαν
κάνει και με τον πόλεμο του 1854 κατά των Ρώσων δεν θα δίσταζαν
να το ξανακάνουν προστατεύοντας τα συμφέροντά τους σε μια
ενδεχόμενη επέκταση της Ρωσίας προς τον νότο. Παρόλα αυτά το
1878 οι Ρώσοι έφθασαν με τα στρατεύματά τους έξω από την
Κωνσταντινούπολη στο χωριό Άγιος Στέφανος όπου και υποχρέωσαν τους Τούρκους να υπογράψουν την ομώνυμη συνθήκη (3 Μαρτίου).
«Η συνθήκη προέβλεπε εκτός των άλλων, την
δημιουργία μιας μεγάλης Βουλγαρίας, που θα έφτανε μέχρι το Αιγαίο
και θα συμπεριλάμβανε και την Θεσσαλονίκη. Η κατάσταση ήταν
έκρυθμη και σήμανε συναγερμός στις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες,
κυρίως στην Βιέννη και το Λονδίνο. Η απειλή μιας Αυστρο –
Ρωσικής ή μιας Αγγλο – Ρωσικής σύρραξης ήταν άμεση, καθώς η
Βρετανία και η Αυστρο-Ουγγαρία δεν ήταν διατεθειμένες να δεχτούν
μια τόσο ριζική ανατροπή των ισορροπιών στα Βαλκάνια, με την
δημιουργία ενός μεγάλου βουλγαρικού κράτους και την υπέρμετρη
ενίσχυση της Ρωσικής επιρροής. » (6)

Υπό την πίεση των κρατών αυτών αλλά και της Γερμανίας, η
Ρωσία αναγκάστηκε να συμμετάσχει στο συνέδριο των μεγάλων
δυνάμεων στο Βερολίνο (1878) και να υπογράψει την ομώνυμη
συνθήκη που αφορούσε κυρίως στο θέμα της Βουλγαρίας. Εκεί και
πάλι ο Βίσμαρκ ξεδίπλωσε τις διπλωματικές του αρετές
και εφαρμόστηκε για ακόμη μια φορά η αρχή της ισορροπίας των
δυνάμεων, αφού περιορίστηκαν τα εδαφικά οφέλη για την Ρωσία,
όπως περιορίστηκαν και τα σύνορα της Βουλγαρίας. Το συνέδριο του
Βερολίνου υπήρξε καθοριστικό για την πορεία της Ευρώπης. Για
ακόμη μια φορά στα «παιχνίδια» εξουσίας συμμετείχαν μόνο οι
μεγάλες δυνάμεις, καθώς στο Βερολίνο δεν παρευρέθηκε εκπρόσωπος
από βαλκανική χώρα, ενώ δεν εισακούστηκαν ούτε καν οι απόψεις
τους.

Η ανασφάλεια στην Ευρώπη άρχισε να γίνεται ορατή από την
αποπομπή του Βίσμαρκ το 1890. Την ίδια χρονιά άρχισε να
καταρρέει το σύστημα ασφάλειας που είχε διαμορφώσει ο γερμανός
καγκελάριος. Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος διακήρυξε την επεκτατική
πολιτική της Γερμανίας το 1897 κάτι που σήμανε την αμφισβήτηση
της παγκόσμιας ηγεμονίας της Βρετανίας. Οι Άγγλοι
προετοιμάστηκαν για μια ενδεχόμενη σύγκρουση έχοντας στο πλευρό
τους την Γαλλία και την Ρωσία, αφού πρώτα διευθέτησαν τις μεταξύ
τους αποικιοκρατικές διαφορές. Ήταν η λεγόμενη «Τριπλή
Συνεννόηση» (1904 και 1907). Από την άλλη η Γερμανία
δημιούργησε την τριπλή συμμαχία με την Αυστρο – Ουγγαρία και
την Ιταλία ολοκληρώνοντας έτσι τους δυο συνασπισμούς που θα
συγκρουστούν μετωπικά μερικά χρόνια αργότερα.

Τα πρώτα μαύρα σύννεφα πάνω από την Ευρώπη άρχισαν
να μαζεύονται το 1912 με αφορμή την προσάρτηση της Βοσνίας –
Ερζεγοβίνης
από την Αυστρο –Ουγγαρία, κάτι που πλήγωσε τον
εθνικισμό των Σέρβων. Συμμαχώντας με τους Έλληνες και τους
Βούλγαρους κήρυξαν την ίδια χρονιά τον πόλεμο στους Τούρκους
διεκδικώντας εδάφη. Νίκησαν, χωρίς όμως να επέλθει η ειρήνη. Η
Βουλγαρία θεώρησε ότι αδικήθηκε από την διανομή των εδαφών της
Οθωμανικής αυτοκρατορίας που έγινε με τις «ευλογίες» των ισχυρών
και αμέσως κήρυξε τον πόλεμο κατά των Σέρβων, οι οποίοι
συμμάχησαν με τους Έλληνες και τους Ρουμάνους. Ο Β΄ Βαλκανικός
πόλεμος ξεκίνησε αμέσως. Αυτό όμως που έκανε την περιοχή
πραγματική πυριτιδαποθήκη για την Ευρώπη ήταν η δημιουργία του
Αλβανικού κράτους το 1912, σε εδάφη που διεκδικούσε η Σερβία. Οι
Σέρβοι εθνικιστές δεν θα ξεχνούσαν ποτέ ότι πίσω από την
ανεξαρτησία της Αλβανίας κρυβόταν η Αυστροουγγαρία. Τον Ιούνιο
του 1914 με την δολοφονία του αρχιδούκα της Αυστρίας
Φερδινάρδου, η Ευρώπη μπαίνει σε μαύρες εποχές και δύσκολες
εποχές.


Γιώργος Κολοβάτσιος

Υποσημειώσεις

(1) Ι.Σ. Κολιόπουλος « Νεώτερη Ευρωπαική Ιστορία» σελ. 80
(2) Χάρτης της Ευρώπης όπως διαμορφώθηκε μετά το συνέδριο της Βιέννης «Βernstein – Mizla - τόμος 2 , 1997, σελ. 24
(3) Bernstein - Mizla - τόμος 2 , 1997 , σελ. 25
(4) Ι.Σ.Κολιόπουλος «Νεώτερη Ευρωπαική Ιστορία» σελ. 196
(5) Κ.Ράπτης «Γενική Ιστορία της Ευρώπης – τόμος Β΄- σελ. 54
(6) Κ.Ράπτης «Γενική Ιστορία της Ευρώπης – τόμος Β΄ - σελ. 145

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2007

Πολεμος εν Ηπειρω! άρθρο του 1897.

Μετά από ένα μουσικό διάλειμα με τους Πυξ Λαξ επιστρέφουμε στα δικά μας, δηλαδή στην ιστορία της αγαπημένης μας πόλης.

Σήμερα θα παρουσιάσουμε ένα άρθρο του 1897 που αφορά και αυτό δυστυχώς στον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο. Το απόσπασμα είναι από την εφημερίδα "ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ" φύλλο 236, 27 Ιουν1897 που εκδιδόταν τότε στην ελεύθερη Ελλάδα.

Να ευχαριστήσω τον κύριο Γιάννο, από το διπλανό όμορφο Νικολίτσι που μου έστειλε το κείμενο. Χαίρομαι που υπάρχουν άνθρωποι όπως αυτός που αφιερώνουν τον πολύτιμο ελεύθερο χρόνο τους για τις ιδιαίτερες πατρίδες τους.


Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2007

Δημοσίευμα των NEW YORK TIMES του 1897 που αναφέρει την Φιλιππιάδα!


ΤΟ ΚΥΡΟΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΗΚΕ

Επί πλέον, αναμενόμενη υποχώρηση ελλήνων από την Άρτα.

ΛΟΝΔΙΝΟ, 3 Μαίου 1897.- Πληροφορίες από την Άρτα λένε ότι οι κεντρικές τοπικές αρχές και περίπου 100 κάτοικοι από την περιοχή επιστρέφουν στην πόλη. Παρόλα αυτά, ο πανικός ακόμη κυριαρχεί στην Άρτα. Όλα τα καταστήματα είναι κλειστά και οι στρατιωτικές αρχές είπαν ότι παρατηρούν περαιτέρω υποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων, από τα περίχωρα.
Κατευθυνόμενος προς Φιλιππιάδα οι φλόγες είναι ορατές.

Ένας οπλισμένος Έλληνας ιερέας επιχειρεί να επαναφέρει το ηθικό των στρατευμάτων της Άρτας κάνοντας τους κήρυγμα για την επίθεση εναντίον των Τούρκων, σε μια πλατεία.
Ένα τηλεγράφημα από την Άρτα λεει ότι οι Τούρκοι έχουν καταλάβει τη γέφυρα στο Λούρο. Τα ελληνικά στρατεύματα, σύμφωνα με πληροφορίες από την Κωνσταντινούπολη, εκκενώνουν την Άρτα.

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2007

50 Ημερομηνίες σταθμοί για την εξέλιξη της ανθρωπότητας!

Δεν είναι απλώς ημερομηνίες ιστορικού περιεχομένου. Πρόκειται για συγκεκριμένα γεγογότα που συνέβαλαν στην πορεία της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα. Απλό και κατανοητό μπορεί κάποιος που ενδιαφέρεται να εντρυφήσει περισσότερο σε κάθε μια από τις παραγράφους. Διδακτικό και για τα σχολεία.


1. 3500 π.Χ. Ο τροχός και το αλέτρι εφευρίσκονται στη Μεσοποταμία· στην Αίγυπτο επινοείται το ιστίο: τρεις ανακαλύψεις θεμελιώδεις για το εμπόριο, τη γεωργία και την εξερεύνηση.


2. 3200 π.Χ. Η γραφή επινοείται στη Μεσοποταμία: το μέσο για την καταγραφή και την κατανόηση της Ιστορίας.


3. 3000 π.Χ. Οι πρώτες πόλεις ιδρύονται στη Σουμερία (σημερινό Ιράκ): η καταγωγή των σύγχρονων κοινωνικών και διοικητικών δομών.


4. 1600 π.Χ. Επινοείται το αλφάβητο: το ουσιώδες μέσο καταγραφής περίπλοκων εννοιών και διάδοσης πολιτισμού.


5. 1600 π.Χ. Αρχή του ελληνικού πολιτισμού: ουσιώδης για τη δυτική κληρονομιά και τις ρίζες των μαθηματικών, της φιλοσοφίας, της πολιτικής σκέψης και της ιατρικής.


6.753 π.Χ. Ίδρυση της Ρώμης: η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είναι ένας πυλώνας της σύγχρονης εποχής, παραγωγός ιδεών στη Δικαιοσύνη, τον νόμο, τη μηχανική και τον πόλεμο.


7. 670 π.Χ. Επινοείται η σιδηρουργία: κλειδί για περαιτέρω τεχνικές, οικονομικές και στρατιωτικές εξελίξεις.


8. 551 π.Χ. Γέννηση του Κομφούκιου, ιδρυτή ενός από τα μείζονα φιλοσοφικά συστήματα του κόσμου.


9. 490 π.Χ. Μάχη του Μαραθώνα: οι Έλληνες απωθούν την περσική εισβολή διασφαλίζοντας την επιβίωση του ελληνικού πολιτισμού και της επιστήμης.


10. 486 π.Χ. Γέννηση του Βούδα, ιδρυτή μιας από τις μείζονες θρησκείες.


11. 327 π.Χ. Η αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου φτάνει στην Ινδία: το πρώτο δείγμα της μακράς και συχνά βίαιης σχέσης ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία.


12. 202 π.Χ. Ο Αννίβας ηττάται από τη Ρώμη: νίκη ουσιώδης για την εξασφάλιση της επιβίωσης και της επέκτασης του ρωμαϊκού πολιτισμού.


13. 27 π.Χ. Ίδρυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: η αρχή της κλασικής περιόδου της ρωμαϊκής κυριαρχίας στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο.


14. 5 π.Χ. Γέννηση του Ιησού Χριστού, ιδρυτή του Χριστιανισμού. Η ακριβής ημερομηνία αμφισβητείται.


15. 105 μ.Χ. Πρώτη χρήση του χαρτιού: αντικαθιστά την πέτρα, την πλάκα, τον πάπυρο και την περγαμηνή ως φτηνότερο και βολικότερο μέσο.


16. 280 μ.Χ. Η ενοποίηση της Κίνας υπό τη δυναστεία Τσιν δημιουργεί την πολιτική μορφή της σύγχρονης Κίνας.


17. 312 μ.Χ. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος της Ρώμης ασπάζεται τον Χριστιανισμό: καθίσταται δυνατή η διάδοση της χριστιανικής θρησκείας στην Ευρώπη.


18. 476 μ.Χ. Η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη Δύση τερματίζει 800 χρόνια ρωμαϊκής ηγεμονίας. Αρχίζει η δημιουργία της σύγχρονης Ευρώπης.


19. 570 μ.Χ. Γέννηση του Μωάμεθ, ιδρυτή μιας από τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου.


20. 730 μ.Χ. Η τυπογραφία εφευρίσκεται στην Κίνα: ένα ουσιώδες βήμα στη μαζική επικοινωνία/ διοίκηση/ πολιτιστική διασπορά.


21. 800 μ.Χ. Ο Καρλομάγνος στέφεται αυτοκράτορας της νέας Δυτικής Αυτοκρατορίας. Σηματοδοτεί την έναρξη της επανένωσης της Ευρώπης.


22. 1054 Σχίσμα ανάμεσα στην Ελληνική και τη Λατινική Εκκλησία. Η Χριστιανοσύνη διχάζεται για πάντα.


23. 1088 Ιδρύεται το πρώτο πανεπιστήμιο στην Μπολόνια της Ιταλίας: η αρχή μια σύγχρονης αντίληψης για τις ανώτερες σπουδές και την γνώση.


24. 1206 Ο Τζένγκις Χαν αρχίζει την κατάκτηση της Ασίας. Επιδρά σημαντικά στην ανάπτυξη της Ασίας και τη μετακίνηση πληθυσμών.


25. 1215 Η Μάγκνα Κάρτα υπογράφεται από τον Βασιλέα Ιωάννη της Αγγλίας: απ΄ αυτή πηγάζει η σύγχρονη αντίληψη της κυριαρχίας του συντάγματος.


26. 1453 Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς.


27. 1455 Τυπώνεται το πρώτο βιβλίο με κινητούς χαρακτήρες: η επανάσταση του Ιωάννη Γουτεμβέργιου στην τεχνολογία της τυπογραφίας καθιστά δυνατή τη μαζική παραγωγή βιβλίων.


28. 1492 Ο Χριστόφορος Κολόμβος ανακαλύπτει τον Νέο Κόσμο και φέρνει την Αμερική στο παγκόσμιο εμπορικό/πολιτιστικό σύστημα.


29. 1509 Επινοείται το φορητό ρολόι: ουσιώδες στη σύγχρονη οικονομία και διοίκηση, εισάγει την έννοια της τακτικής χρονομέτρησης.


30. 1517 Ο Μαρτίνος Λούθηρος κηρύσσει τη Μεταρρύθμιση. Αρχή του Προτεσταντικού Χριστιανισμού και της ιδέας του θρησκευτικού ατομικισμού.


31. 1519 Ο Κορτές αρχίζει την κατάκτηση της Νότιας Αμερικής, η οποία εντάσσεται στο ευρύτερο παγκόσμιο οικονομικό και πολιτικό σύστημα.


32. 1564 Γεννιέται ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ: τα θεατρικά έργα του περιέχουν θεμελιώδεις δηλώσεις για την ανθρώπινη συνθήκη.


33. 1651 Εκδίδεται ο «Λεβιάθαν» του Τόμας Χομπς: πηγή της σύγχρονης ιδέας της πολιτικής κοινωνίας, της ισονομίας και του εγωιστικού ατομικισμού.


34. 1687 Ο Ισαάκ Νεύτων εκδίδει το Ρrincipia Μathematica που θεμελίωσε τη σύγχρονη φυσική επιστήμη.


35. 1776 Η αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας καθορίζει την πολιτική εξέλιξη του Νέου Κόσμου και την άνοδο της αμερικανικής δύναμης.


36. 1789 Η Γαλλική Επανάσταση κάνει τομή στην παράδοση της μοναρχίας· καθιερώνονται τα «δικαιώματα του Ανθρώπου».


37. 1815 Μάχη του Βατερλώ: τερματίζεται η Ναπολεόντεια Αυτοκρατορία και μαζί της η φιλοδοξία του Ναπολέοντα για κυριαρχία στην Ευρώπη.


38. 1825 Κατασκευάζεται η ατμομηχανή Rocket, σηματοδοτώντας την αρχή της σιδηροδρομικής εποχής των φτηνών και γρήγορων χερσαίων μεταφορών.


39. 1859 Εκδίδεται το βιβλίο του Δαρβίνου «Περί της Καταγωγής των Ειδών». Η εξελικτική θεωρία του μεταμορφώνει τον τρόπο που βλέπουμε τον Άνθρωπο και το περιβάλλον του, καθώς και την πίστη στον Θεό.


40. 1885 Ο Μπεντς κατασκευάζει το πρώτο αυτοκίνητο που κινείται με βενζίνη ξεκινώντας την πιο βαθιά τεχνική και κοινωνική σύγχρονη επανάσταση.


41. 1893 Η Νέα Ζηλανδία υιοθετεί την ψήφο των γυναικών. Οι γυναίκες κερδίζουν την αρχή της πολιτικής ισότητας.


42. 1905 Δημοσιεύεται η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Μεταμορφώνει τη φύση της σύγχρονης γνώσης της Φυσικής.


43. 1917 Η Ρωσική Επανάσταση δημιουργεί το πρώτο επιτυχημένο επαναστατικό κράτος.


44. 1918 Τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι αυτοκρατορίες των Αψβούργων και των Οθωμανών καταρρέουν· χαράσσονται εκ νέου οι χάρτες της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής.


45. 1939 Ξεσπά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: 50 εκατ. άνθρωποι πεθαίνουν σ΄ όλο τον κόσμο από το 1939 ώς το 1945 στη μεγαλύτερη και πιο αιματηρή σύγκρουση στον κόσμο, με την οποία τερματίζεται η μακροχρόνια εποχή των ιμπεριαλισμών.


46. 1945 Τέλος του Β΄ Παγκοσμίου· η έκρηξη της πρώτης ατομικής βόμβας δείχνει πως η ανθρωπότητα έχει αναπτύξει τα μέσα για να αυτοκαταστραφεί.


47. 1949 Ιδρύεται η κομμουνιστική Κίνα: η Κίνα δημιουργείται ως ενιαία εδαφική μονάδα με κοινή διοίκηση και εκσυγχρονισμένη οικονομία.


48. 1959 Επινοείται το μικροκύκλωμα (τσιπ) από πυρίτιο. Είναι η μείζων τεχνική επινόηση του περασμένου αιώνα, που κατέστησε δυνατή την εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών.


49. 1960 Το πρώτο αντισυλληπτικό χάπι γίνεται διαθέσιμο για τις γυναίκες, οι οποίες μπορούν πλέον να κάνουν τις δικές τους βιολογικές επιλογές όσον αφορά την αναπαραγωγή.


50. 1989-90 Καταρρέουν τα κομμουνιστικά καθεστώτα στην Ευρώπη: σηματοδοτείται το τέλος του μακροχρόνιου κομμουνιστικού πειράματος· ο ασιατικός κομμουνισμός αλλάζει επίσης.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2007

Η ιστορία της ραδιοτηλεόρασης στην Ελλάδα!(Μέρος τρίτο και τελευταίο)

Η ιδιωτική τηλεόραση

Αρχικά, η εναλλακτική λύση στα δύο ελληνικά τηλεοπτικά κανάλια ήταν το βίντεο. Από το 1982 έως το 1987 υπήρξε μια αύξηση της τάξεως του 900% στον αριθμό των βίντεο στην Ελλάδα, και περισσότερα από 40% των ελληνικών νοικοκυριών κατείχαν ένα. Μέχρι το 1987 περισσότερα από 2.000 βιντεολέσχες (βιντεοκλάμπ) άνοιξαν σε όλη την χώρα. Αυτή η ζήτηση για ενοικιάσεις βιντεοκασετών είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη δημιουργία βιομηχανίας ελληνικών παραγωγών, αλλά και σοβαρή πειρατεία βιντεοκασετών. Θεωρείται ότι το 1988 η βιντεοπειρατεία ήταν επιχείρηση με τζίρο 6 δισ. δρχ.. Αυτήν την περίοδο υπήρχαν περισσότερες από 200 νόμιμες εταιρείες παραγωγής ταινιών βίντεο, ενώ ο αριθμός των βίντεο κλαμπς είχε αυξηθεί στα 2.500.

Εντούτοις, η δορυφορική τηλεόραση έγινε σύντομα η νέα εναλλακτική λύση στο πρόγραμμα της ΕΡΤ και στις ενοικιάσεις βιντεοκασετών, προκαλώντας 30% πτώση στις βιντεοενοικιάσεις και το κλείσιμο πολλών μικρών βιντεοκλάμπ. Με το που τα πολιτικά κόμματα συνειδητοποίησαν τα κέρδη που θα μπορούσαν να έχουν από τη δυσαρέσκεια του κοινού για την τηλεόραση της ΕΡΤ, άρχισαν να εξετάζουν τρόπους για να εκμεταλλευτούν την κατάσταση. Τον Οκτώβριο του 1987 ο δήμαρχος του Πειραιά, Ανδρέας Ανδριανόπουλος, εγκατέστησε μια δορυφορική κεραία σε πλατεία της πόλης για να επιδείξει τη δορυφορική τηλεόραση στους κατοίκους της πόλης.

Τον Νοέμβριο 1987, λιγότερο από 6 μήνες μετά την εισαγωγή του δημοτικού ραδιοφώνου στην Θεσσαλονίκη, ο δήμαρχος Σωτήρης Κούβελας ανακοίνωσε την πρόθεσή του να κατασκευάσει δημοτικό τηλεοπτικό κανάλι που θα αναμετάδιδε επίσης δορυφορικά κανάλια. Ο Σ. Κούβελας είπε ότι ο πρωθυπουργός δεν θα έπρεπε να είναι ο μόνος που λαμβάνει δορυφορικά κανάλια, αναφερόμενος στην χρήση δορυφορικής κεραίας από τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Παρ’ όλα αυτά, το ΠΑΣΟΚ επέμενε να αρνείται να επιτρέψει την εισαγωγή της δορυφορικής τηλεόρασης. Ακόμα αρνήθηκε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα δορυφορικής τηλεόρασης «Europa» της Ευρωπαϊκής Κοινότητας γιατί φοβόταν «την πολιτιστική εισβολή και τεχνολογική εξάρτηση». Στην πραγματικότητα, το 1987 περισσότερα από 200 άτομα ή ομάδες στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και πολιτικών αρχηγών και ξένων πολιτιστικών ινστιτούτων, είχαν δορυφορικές κεραίες, αν και ακόμα δεν θεωρούνταν νόμιμες. Μόλις το 1988 η κυβέρνηση καθόρισε τους όρους για δορυφορική λήψη.

Η δορυφορική λήψη εισήχθηκε σε μεγάλη κλίμακα στην Αθήνα το 1987, ως ένας τρόπος να ενθαρρυνθούν οι κάτοικοι της Πλάκας να εγκαταλείψουν τις ιδωτικές τους κεραίες. Η κυβέρνηση ήθελε να διατηρήσει την παραδοσιακή εμφάνιση της Πλάκας – για να το πετύχει, όλη η περιοχή συνδέθηκε σε κεντρική κεραία, και στους κατοίκους προσφέρθηκαν δορυφορικά κανάλια πέρα από τους ελληνικούς σταθμούς. Ομοίως, το 1983 μερικοί κάτοικοι της Βόρειας Ελλάδας στην Κομοτινή και την Ξάνθη αντικατέστησαν τις δικές τους τηλεοπτικές κεραίες με καλωδιακό δίκτυο.

Τον Ιανουάριο του 1988 ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης προχώρησε στα σχέδιά του, και άρχισε την αναμετάδοση των δορυφορικών καναλιών RTL, TV-5, Super Channel, Sky και RAI-Uno. Αυτή η πράξη οδήγησε σε μακρόχρονη δικαστική διαμάχη, επειδή η ΕΡΤ είχε αποκλειστικά το δικαίωμα να εκπέμπει στην Ελλάδα – το Συμβούλιο της Επικρατείας τελικά αποφάσισε υπέρ της ΕΡΤ. Οι δορυφορικοί σταθμοί αρχικά έγιναν πολύ δημοφιλής, προκαλώντας απότομη πτώση στις βιντεο-ενοικιάσεις. Η κυβέρνηση, στο μεταξύ, έστειλε αστυνομικές δυνάμεις να γκρεμίσουν την κεραία εκπομπής του δήμου Θεσσαλονίκης, αλλά τους εμπόδισαν οι κάτοικοι της πόλης.

Λίγους μήνες αργότερα ο δήμαρχος της Αθήνας εξέδωσε νέο τελεσίγραφο: αν η κυβέρνηση δεν πρόσφερε δορυφορικά προγράμματα στους Αθηναίους μέχρι τα Χριστούγεννα του 1988, θα το έκανε αυτός. Αμέσως μετά η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα αναμετάδιδε δορυφορικά κανάλια στις ελληνικές επίγειες συχνότητες σε δέκα πόλεις, συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης. Άρχισε διαπραγματεύσεις με τα δορυφορικά κανάλια για να πάρει την άδεια τους για επίγεια ερτζιανή εκπομπή, κάτι που ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης δεν είχε κάνει.

Τον Οκτώβριο του 1988 τα πρώτα έξι τέτοια κανάλια άρχισαν να αναμεταδίδονται στην Αθήνα. Ήσαν το SAT-1 (Γερμανικό), Super Channel (Βρετανικό), CNN (Αμερικάνικο), TV-5 Γαλλικό), RAI-due (Ιταλικό) και Horizon (Σοβιετικό). Παρά τα αρχικά προβλήματα με τη λήψη, το κοινό ήταν ευχαριστημένο που είχε περισσότερες τηλεοπτικές επιλογές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια γενικευμένη μανία να σπεύσουν να εγκαταστήσουν όλοι της «καλύτερες και πιο ακριβές» τηλεοπτικές κεραίες για την καλύτερη δυνατή λήψη των δορυφορικών καναλιών. Η κυβέρνηση όμως κατάφερε να πάρει την πρωτοβουλία από την αντιπολίτευση, ενώ ταυτόχρονα απασχολούσε πολλές συχνότητες μ’ αυτά τα κανάλια και έτσι κατέστησε δύσκολη για την αντιπολίτευση την ίδρυση δικών της τηλεοπτικών καναλιών.

Η ιδιωτική τηλεόραση, εντούτοις, εθεωρείτο ακόμη από πολλούς ανέφικτη. Ο πρωθυπουργός επέμενε ότι η τηλεόραση διαφέρει από το ραδιόφωνο, και ό,τι το πολύ, η μόνη αλλαγή που ήταν πιθανό να γίνει θα ήταν ένα τρίτο κανάλι της ΕΡΤ με συμμετοχή ιδιωτικών συμφερόντων.

Παρ’ όλα αυτά, η τηλεοπτική ιδιωτικοποίηση στην Ευρώπη και οι εσωτερικές εξελίξεις, ενίσχυσαν την θέση για ίδρυση ιδιωτικών καναλιών. Η αντιπολίτευση συνέχισε την επίθεσή της κατά του κρατικού τηλεοπτικού μονοπωλίου, πρωταρχικά για αυτό που αποκαλούσε «άνιση μεταχείριση στις τηλεοπτικές ειδήσεις». Στην Αθήνα ο δήμαρχος ίδρυσε μια υπηρεσία βινετοκασσετών, οι οποίες πωλούνταν ή ενοικιάζονταν μέσω των βιντεοκλάμπ, για να διακινεί εβδομαδιαία προγράμματα, όπως «εναλλακτικές ειδήσεις», μουσική, σόου και ντοκιμαντέρ.

Την ίδια περίοδο, τα διαφημιστικά γραφεία επέμεναν ότι η ΕΡΤ δεν ικανοποιούσε την υπάρχουσα ζήτηση για τηλεοπτικά προγράμματα και διαφημιστικό χρόνο, και ζητούσαν να επιτραπεί η ιδιωτική τηλεόραση. Υπήρχαν ακόμη περιπτώσεις τηλεοπτικής πειρατείας, μια από τις οποίες αφορούσε «ελαφρές» πορνοταινίες στη συχνότητα της ΕΤ-2, μετά το τέλος του προγράμματος του σταθμού.

Στο μεταξύ, οι δήμαρχοι της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά ανακοίνωσαν ότι θα έθεταν σε λειτουργία δημοτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς στις πόλεις τους. Και οι δύο δήμαρχοι άρχισαν πειραματικές εκπομπές, αλλά η ΕΡΤ απάντησε οδηγώντας τους στα δικαστήρια για παραβίαση του μονοπωλίου της και ανακοινώνοντας σχέδια να ιδρύσει σταθμούς στην Κρήτη και στην Πάτρα. Η ΕΡΤ ακόμη προσέφερε στην πόλη του Πειραιά περισσότερη κάλυψη των δημοτικών της υποθέσεων στις ειδήσεις, και προσέφερε ένα εβδομαδιαίο πληροφοριακό πρόγραμμα στην Τοπική Διοικητική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Αττικής.

Τον Δεκέμβριο του 1988 στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, για να προλάβουν τον υπό ίδρυση δημοτικό σταθμό, άρχισε να εκπέμπει η ΕΤ-3, το τρίτο κρατικό κανάλι. Όμως ο δημοτικός σταθμός Θεσσαλονίκης άρχισε, παρ΄ όλα αυτά, να εκπέμπει τηλεοπτικό πρόγραμμα από τον Ιανουάριο του 1989, σε μια νέα πρόκληση του δημάρχου κατά της ΕΡΤ και της κυβέρνησης.

Ο δήμαρχος Πειραιώς αντιθέτως δεν ακολούθησε το παράδειγμά του: υπέβαλε αίτηση για άδεια να χρησιμοποιήσει τηλεοπτική συχνότητα. Εντούτοις, με το να μην πάρει απάντηση από την κυβέρνηση και διαπιστώνοντας ότι οι συχνότητες θα καταλαμβάνονταν σύντομα από δορυφορικα κανάλια, κατέλαβε κι αυτός μια τηλεοπτική συχνότητα για τον σταθμό του TV Plus. Αυτός ο σταθμός ήταν προσπάθεια συνεργασίας με μια ιδιωτική εταιρεία και θα εισήγαγε τη συνδρομητική τηλεόραση στην Ελλάδα. Θα λειτουργούσε έξι ώρες την ημέρα για τους συνδρομητές του, ενώ την υπόλοιπη μέρα θα εξυπηρετούσε ως δημοτικό τηλεοπτικό κανάλι τον Πειραιά.

Ο σταθμός βγήκε στον αέρα ως δημοτικό κανάλι στις 30 Δεκεμβρίου 1988, αλλά δεν εξέπεμψε περισσότερο από μια εβδομάδα. Η ΕΡΤ απάντησε όχι μόνο κάνοντας αγωγές στα δικαστήρια και προσπαθώντας να γκρεμίσει τους πομπούς του δημάρχου, αλλά και τοποθετώντας το Super Channel στη συχνότητα του TV Plus. Όταν το Super Channel αρνήθηκε να αναμεταδίδεται χωρίς να εισπράττει δικαιώματα, η ΕΡΤ τοποθέτησε την ΕΤ-3 σε αυτή τη συχνότητα, κάνοντας την έτσι διαθέσιμη στην περιοχή της Αθήνας.

Το πρόγραμμα της ΕΤ-3 περιλάμβανε παλιά προγράμματα της ΕΡΤ, καθώς και ειδήσεις, αθλητικά, και ενημερωτικές εκπομπές από τη Βόρεια Ελλάδα. Η δημιουργία της ΕΤ-3 ήταν κάτι που οι εκπρόσωποι της Βόρειας Ελλάδας απαιτούσαν από καιρό. Το πρόγραμμα του δημοτικού TV-100 διαρκούσε από τις 6 μ.μ. μέχρι τα μεσάνυχτα κάθε μέρα και περιελάμβανε ειδήσεις (αντιθετικές προς τις ειδήσεις της ΕΡΤ), φτηνές ταινίες, ελληνικές βιντεοταινίες, αθλητικά, συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου και μερικά προγράμματα που έπαιρναν από τα δορυφορικά κανάλια. Οι σταθμοί της ΕΡΤ στην Κρήτη και την Πάτρα μετέδιδαν μόνο περιφερειακές ανταποκρίσεις για το εθνικό δελτίο ειδήσεων της ΕΤ-1.

Στο μεταξύ, τον Μάρτιο του 1989, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ανακοίνωσε την πρόθεσή της να επιτρέψει την ίδρυση τρίτου σταθμού με εθνική εμβέλεια, που θα ανήκει σε ιδιώτες. Την ίδια περίοδο, ο δήμαρχος της Αθήνας διαπραγματευόταν με την Ένωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΙΗΕΑ) για να ιδρύσουν από κοινού τηλεοπτική επιχείρηση. Προβλήματα στο να συνεταιριστούν όλοι οι εκδότες δεν επέτρεψαν να υλοποιηθεί αυτό το σχέδιο, αλλά έγινε η σπίθα για επόμενες εξελίξεις, καθώς το ΠΑΣΟΚ άρχισε μυστικές διαπραγματεύσεις με μερικούς από τους εκδότες για ένα τρίτο εθνικο τηλεοπτικο κανάλι.
(Πρωτογήρου, 1989).

Πάντως, φαίνεται ότι το ΠΑΣΟΚ ήταν απρόθυμο να ολοκληρώσει τις διαδικασίες πριν από τις προγραμματισμένες εκλογές του Ιουνίου του 1989, ή πιθανότατα προσπαθούσε να πιέσει τους εκδότες να καλύψουν ευνοϊκά την προεκλογική εκστρατεία του. Έτσι ή αλλιώς, τίποτα δεν έγινε πριν τις εκλογές.
Μετά τις εκλογές του Ιουνίου 1989, στις οποίες κανένα κόμμα δεν κατάκτησε την απόλυτη πλειοψηφία, η Νέα Δημοκρατία και ο Συνασπισμός της Αριστεράς δημιούργησαν προσωρινή κυβέρνηση, για να διερευνηθούν τα καταγγελλόμενα σκάνδαλα του ΠΑΣΟΚ και για να προετοιμάσουν τις νέες εκλογές. Έναν μήνα αργότερα η προσωρινή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα παραχωρούσε άδεια τηλεοπτικού σταθμού σε δύο ομάδες εκδοτών εφημερίδων.

Η οικογένεια Βαρδινογιάννη της Μεσημβρινής, ο Γιώργος Μπόμπολας του Έθνους, ο Χρήστος Τεγόπουλος της Ελευθεροτυπίας, ο Χρήστος Λαμπράκης από το Βήμα και τα Νέα, και ο Αριστείδης Αλαφούζος της Καθημερινής, θα αποκτούσαν το Mega Channel.



Η άλλη άδεια δόθηκε στους εκδότες Άρη Βουδούρη του Ελεύθερου Τύπου, Πάνο Καραγιάννη της Απογευματινής, Χρήστο Καλογρίτσα της αριστερής εφημερίδας Πρώτη, Μάκη και Γιώργο Κουρή της Αυριανής και Μίνω Κυριακού, έναν εφοπλιστή που ήθελε να δημιουργήσει δικό του σταθμό αλλά η πρότασή του είχε απορριφθεί από την κυβέρνηση. Η δεύτερη ομάδα θα δημιουργούσε τη Νέα Τηλεόραση (210/2-2 Δεκ. 1989). Εντούτοις, τα σχέδια αυτής της ομάδας για τηλεοπτικό σταθμό δεν υλοποιήθηκαν, αν και της είχε παραχωρηθεί προσωρινή άδεια.

Παρ’ όλα αυτά, οι εκδότες της φιλικής προς το ΠΑΣΟΚ Αυριανής δημιούργησαν τον δικό τους σταθμό (Κανάλι 29), ενώ ο Μ. Κυριακού έκανε επίσης σχέδια να ιδρύσει σταθμό. Φαίνεται ότι η ιδιωτική τηλεόραση θα εισαγόταν στην Ελλάδα με τον ίδιο
τρόπο που είχε εισαχθεί και το ραδιόφωνο.

Τον Σεπτέμβριο του 1989, καθώς η χώρα ετοιμαζόταν για νέες εκλογές, το Υπουργικό Συμβούλιο ψήφισε να δώσει στην εταιρεία Τηλέτυπος Α.Ε., άδεια για να λειτουργήσει το «Μέγα» στο κανάλι 7 στην Αθήνα, όπως αποδέχθηκε το Υπουργειο Μεταφορών και Επικοινωνιών.

Το Μέγα βγήκε στον αέρα στις 20 Νοεμβρίου 1989, με προσωρινή άδεια (19710/2-20 Αυγ. 1988), ενώ το Κανάλι 29 της Αυριανής βγήκε επίσης στον αέρα, χωρίς άδεια, για να υποστηρίξει το ΠΑΣΟΚ το οποίο είχε περάσει στην αντιπολίτευση. Ομοίως, ο δήμος Καλαμαριάς στην Θεσσαλονίκη, του οποίου οι αρχές ήσαν προσκείμενες στο ΠΑΣΟΚ, ίδρυσε το δικό του κανάλι, το Αργώ-TV σε αντίθεση προς το TV-100, που ελεγχόταν από τις νεοδημοκρατικές τοπικές αρχές της Θεσσαλονίκης.

Μέχρι το τέλος του 1989 είχαν αρχίσει να εκπέμπουν και άλλοι τηλεοπτικοί σταθμοί, συμπεριλαμβανομένου και του πειραιώτικου TV-PLUS, το οποίο ξανάρχισε η λειτουργία του τον Αύγουστο του 1989. Ο Αντέννα TV του Μ. Κυριακού, βγήκε στον αέρα στις 31 Δεκεμβρίου 1989, με την υποστήριξη της οικουμενικής κυβέρνησης που είχαν δημιουργήσει και τα τρία κόμματα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Συνασπισμός), αφού και στις εκλογές του Νοεμβρίου 1989 (όπως και σε αυτές που είχαν προηγηθεί τον Ιούνιο του ’89) κανένα δεν είχε κατακτήσει την απόλυτη πλειοψηφία. Από όλους τους τηλεοπτικούς σταθμούς, μόνο στο Mega είχε παραχωρηθεί (προσωρινή) άδεια.

Νέες εκλογές προγραμματίζονταν για τον Απρίλιο του 1990 αλλά πριν από αυτές τις εκλογές η οικουμενική κυβέρνηση κατάφερε να θέσει σε εφαρμογή έναν νέο τηλεοπτικό νόμο που καθιέρωνε το πλαίσιο λειτουργίας των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, ενισχύοντας έτσι τις ελπίδες του κοινού για μια δημιουργική χρήση των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων.

Σημειώσεις

Θ. Ζαχαρόπουλου- Μ. Παράσχου : Mass Media in Greece
Δημήτρης Ψυχογιός - Μέσα επικοιωνίας
Γιώργος Κολοβάτσιος

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2007

Η ιστορία της ραδιοτηλεόρασης στην Ελλάδα!(Μέρος δεύτερο)

Η Ραδιοτηλεόραση στην μεταπολίτευση

Το 1974, με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το Κοινοβούλιο ψήφισε νέο Σύνταγμα που τέθηκε σε ισχύ το 1975. Το άρθρο 15 του Συντάγματος αναφέρεται στον κινηματογράφο, τη μουσική και τη ραδιοτηλεόραση. Αν και το πλειοψηφών συντηρητικό κόμμα, η Νέα Δημοκρατία, θεωρούσε τη λογοκρισία που είχε ασκηθεί από τη χούντα ως ανεπιθύμητη, δεν ήταν πρόθυμη να παραχωρήσει στη ραδιοτηλεόραση την ελευθερία που το Σύνταγμα παρεχει στα έντυπα μέσα. Η παράγραφος 2 του άρθρου 15, αναφέρει:

Η ραδιοφωνία και η τηλεόρασις τελούν υπό τον άμεσον έλεγχον του κράτους, σκοπούν δε εις την αντικειμενικήν και επί ίσοις όροις μετάδοσιν πληροφοριών και ειδήσεων, ως και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, διασφαλιζομένης πάντως της εκ της κοινωνικής αποστολής αυτών και της εκ της πολιτιστικής αναπτύξεως της χώρας επιβαλλομένης ποιοτικής στάθμης των εκπομπών.

Με βάση το παραπάνω άρθρο του Συντάγματος του 1975, νέος νόμος για την Ραδιοτηλεόραση (Ρ/Τ) ψηφίστηκε από το ελεγχόμενο από την Νέα Δημοκρατία κοινοβούλιο, ουσιαστικά αναδομώντας την. Με τον νόμο 230/1975, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1ην Απριλίου 1975, ιδρύθηκε η Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση (ΕΡΤ) που αντικατέστησε το ΕΙΡΤ. Η ΕΡΤ έγινε ΝΠΔΔ διοικούμενο από εικοσαμελή Γενική Συνέλευση που διοριζόταν από το υπουργικό συμβούλιο και η οποία περιελάμβανε ανώτατους κρατικούς υπαλλήλους, πρυτάνεις και ακαδημαϊκούς «εγνωσμένου κύρους», με πρόεδρο τον Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος. Ο ρόλος της ΓΣ ήταν συμβουλευτικός και σπάνια το σώμα συνερχόταν.


Το διοικητικό συμβούλιο της ΕΡΤ είχε μεγαλύτερη δυνατότητα να συμμετέχει ενεργά στις καθημερινές λειτουργίες απ’ ότι η ΓΣ. Το ΔΣ περιελάμβανε επτά μέλη, διορισμένα για τρία χρόνια από το Υπουργικό συμβούλιο. Αρμοδιότητα του ΔΣ ήταν να επιβλέπει και να ελέγχει τις υπηρεσίες της ΕΡΤ, να συντάσσει προϋπολογισμούς και σχέδια για την ανάπτυξη της ΕΡΤ, και να εκφράζει τη γνώμη του για τη συνολική της πολιτική.

Εν τούτοις, τον πραγματικο έλεγχο της ΕΡΤ σύμφωνα με αυτόν τον νόμο, τον ασκούσε το υπουργείο Προεδρίας. Ειδικότερα, ο υφυπουργός Προεδρίας διόριζε ουσιαστικά τον γενικό διευθυντή της ΕΡΤ που ήταν υπεύθυνος για την καθημερινή λειτουργία της, βοηθούμενος από δύο βοηθούς διευθυντές. Έτσι, η νομική και λειτουργική δομή της ΕΡΤ βρισκόταν υπό πλήρη κυβερνητικό έλεγχο.

Σύμφωνα με το νόμο 230/1975 και όλους τους ακόλουθους νόμους για την Ρ/Τ, σκοπός της ΕΡΤ είναι να παρέχει πληροφορίες, μόρφωση και ψυχαγωγία στον Ελληνικό λαό με την λειτουργία και ανάπτυξη της Ρ/Τ (Άρθρο 1). Το άρθρο 3 της ανέφερε ότι «αι εκπομπαί της ΕΡΤ οφείλουν να διαπνέονται από δημοκρατικόν πνεύμα, συνείδησιν πολιτιστικής ευθύνης, ανθρωπισμόν και αντικειμενικότητα, να είναι δε προσηρμοσμέναι εις την ελληνικήν πραγματικότητα». Τέλος ο νόμος 230/1975 (άρθρο 4, παραγρ. 1) απαγόρευε σαφώς τη μετάδοση κάθε είδους ήχου ή εικόνων μέσω ραδιοφώνου ή τηλεοράσεως από κάθε άλλο φυσικό ή νομικο πρόσωπο εκτός από την ΕΡΤ και την ΥΕΝΕΔ.

Ο νόμος 230/1975 εξέφραζε και κάποια αμυδρά πρόθεση να αφαιρεθεί το προνόμιο Ρ/Τ εκπομπών από τις ένοπλες δυνάμεις: το άρθρο 4, παράγραφος 4, ανέφερε ότι μέσα σε δυο χρόνια, από τον Απρίλιο του 1976, η ΥΕΝΕΔ θα συγχωνευόταν με την ΕΡΤ, εάν δημιουργηθούν οι αναγκαίες οικονομικές τεχνικές και οργανωτικές συνθήκες. Αυτό το «εάν» εμπόδισε την εφαρμογή του νόμου μέχρι το 1987.


Η έγχρωμη τηλεόραση έφτασε στην Ελλάδα το 1979, όταν η κυβέρνηση Καραμανλή διάλεξε το γαλλικό σύστημα SECAM. Επρόκειτο για ένα άλλο παράδειγμα Προέδρου Κυβερνήσεως που στράφηκε σε μια ξένη δύναμη, με την οποία τον συνέδεαν στενές σχέσεις, για την εισαγωγή μιας νέας τεχνολογίας. Το 1979 μερικά τηλεοπτικά προγράμματα εκπέμπονταν έγχρωμα, αλλά χρειάστηκε άλλος ένας χρόνος έως ότου γίνουν όλα.

Η νομική δομή της ΕΡΤ ήταν ένας από τους στόχους πολεμικής του ΠΑΣΟΚ, πριν έρθει στην εξουσία το 1981. Το ΠΑΣΟΚ υποσχεθηκε να αλλάξει τη δομή επειδή ήταν συνηθισμένη κατάσταση να υπηρετεί το κόμμα που κατείχε την εξουσία, ιδιαίτερα στις προεκλογικές περιόδους. Εντούτοις, το ΠΑΣΟΚ όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση δεν έκανε την ΕΡΤ περισσότερο ανεξάρτητη από την κυβέρνηση, αν και τα κόμματα που αντιπροσωπεύονταν στο κοινοβούλιο απέκτησαν μεγαλύτερη πρόσβαση στην οθόνη.

Το 1982, το ΠΑΣΟΚ υλοποίησε την πρόθεση του νόμου 230/1975 να απομακρύνει τις ένοπλες δυνάμεις από τη Ρ/Τ. Ο νέος νόμος, 1288/1982, μετέτρεψε την ΥΕΝΕΔ σε ΕΡΤ-2, και την ΕΡΤ σε ΕΡΤ-1. Η ΕΡΤ-1 παρέμεινε ΝΠΔΔ, διοικούμενο, θεωρητικά, από γενική συνέλευση. Η ΕΡΤ-2 από την άλλη μεριά, έγινε δημόσια υπηρεσία του Υπουργείου Προεδρίας και διοικούνταν από πενταμελές ΔΣ, διοριζόμενο από τον Υπουργό. Ο πρόεδρος του ΔΣ ήταν και διευθυντής όλων των υπηρεσιών της ΕΡΤ-2. Έτσι, το κόμμα που ήταν στην εξουσία έλεγχε την ΕΡΤ-2, αφού οι διοικούντες διορίζονταν από αυτό.

Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε διαφορά στον έλεγχο της ΕΡΤ-1 και της ΕΡΤ-2 διότι ο υφυπουργός Προεδρίας ήταν αρμόδιος και για τις δύο. Όχι μόνο οι ανώτερες διοικητικές θέσεις αλλά και όλες οι μη-μόνιμες θέσεις επίσης, ελέγχονταν από την κυβέρνηση, αν και οι μόνιμοι υπάλληλοι ήταν κάπως ασφαλείς όταν συνέβαιναν κυβερνητικές αλλαγές. Συνήθως, λοιπόν, η κυβέρνηση διόριζε τους επικεφαλής της ΕΡΤ-1 και ΕΡΤ-2, οι οποίοι ενέκριναν ακόμη και τους ηθοποιούς και τις ηθοποιούς των διαφόρων εκπομπών, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους την κομματική τους ένταξη. Ο τρόπος που χειριζόταν τη Ρ/Τ το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν πολύ διαφορετικός από αυτόν της ΝΔ.

Φαίνεται ότι κανένα κόμμα δεν επιθυμούσε να μοιραστεί με άλλους το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, αν και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 1985 η Νέα Δημοκρατία υποσχέθηκε, αν εκλεγεί, να επιτρέψει την ιδιωτική Ρ/Τ, μέσα στα όρια του Συντάγματος. Το ΠΑΣΟΚ απάντησε ότι, αν αυτό συνέβαινε, η Ρ/Τ θα έπεφτε στα χέρια ξένων και εγχωρίων καπιταλιστικών συμφερόντων. Παρ’ όλα αυτά, το ΠΑΣΟΚ υποσχέθηκε να δημιουργήσει έναν ενιαίο, περισσότερο αποτελεσματικό ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό.

Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν κέρδισε και τις εκλογές του 1985, και δύο χρόνια αργότερα, μετά από πολλές συζητήσεις ψηφίστηκε ο νέος νόμος για την Ρ/Τ (1730/1987) που τέθηκε σε ισχύ τον Οκτώβριο του 1987. Η σημαντική αλλαγή που επέφερε αυτός ο νόμος ήταν ότι μια ανώνυμη εταιρεία, η Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση (ΕΡΤ ΑΕ) είχε τον ολοκληρωτικό έλεγχο της κρατικης Ρ/Τ ως ο λεγόμενος «Ενιαίος Φορέας». Η νέα εταιρεία έχει πέντε τμήματα, από τα οποία τα σημαντικότερα τρία είναι η Ελληνική Τηλεόραση 1 (ΕΤ-1), (η προηγούμενη ΕΡΤ-1 δηλαδή), η Ελληνική Τηλεόραση 2 (ΕΤ-2), (Προηγουμένως ΕΡΤ-2) και η Ελληνική Ραδιοφωνία (ΕΡΑ), που συνίσταται από τις υπάρχουσες τρεις ραδιοφωνικές υπηρεσίες της ΕΡΤ-1 (ΕΡΑ-1, ΕΡΑ-2, ΕΡΑ-3), το παλιό ραδιόφωνο της ΕΡΤ-2 (ΕΡΑ-4), και την υπηρεσία εκπομπών προς το εξωτερικο σε βραχέα κύματα (ΕΡΑ-5), ή «Φωνή της Ελλάδας».

Ακόμη, με βάση τον νόμο προβλεπόταν να δημιουργηθούν από την ΕΡΤ ΑΕ Ινστιτούτο Οπτικοακουστικών Μέσων και Εταιρεία Παραγωγής και Εμπορίας Εκπομπών και Προγραμμάτων Ραδιοτηλεόρασης, τα οποία όμως έμειναν στα χαρτιά.
Παρ’ όλα αυτά, η μεγάλη σημασία αυτού του νόμου είναι ότι, παρά την αρχική της αντίθεση, η κυβέρνηση περιέλαβε σ΄αυτόν διάταξη που επέτρεπε την ίδρυση ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών. Όμως η ιδιωτική ραδιοφωνία αποτελούσε ήδη γεγονος τον Αύγουστο του 1987 που ψηφίστηκε ο νόμος, καθώς το 1987 άνοιξε ολοκληρωτικά το κουτί της Πανδώρας που ονομαζόταν «ελεύθερη ραδιοφωνία».



Ιδιωτική Ραδιοτηλεόραση

Ελεύθερη Ραδιοφωνία

Η ιδέα της μη δημόσιας ραδιοφωνίας κυκλοφορούσε στην Ελλάδα πολύ πριν την δεκαετία του 1980. Η «ελεύθερη ραδιοφωνία», όπως κατέληξε να ονομάζεται η μη κρατική ραδιοφωνία, είχε εξαπλωθεί πολύ από τη δεκαετία του 1950 από «ραδιοπειρατές», που αντιμετώπιζαν σοβαρές ποινές εκπέμποντας λίγες ώρες κάθε μέρα από τα σπίτια τους. Αν και οι περισσότεροι εξέπεμπαν σε ΑΜ, ο πρώτος ραδιοπειρατής σε FM βγήκε στον αέρα το 1957.
(Ρουμελιώτης, 1991, σελ. 253).

Ο νόμος 1244/1972, που καταρτίστηκε από την χούντα το 1972, προέβλεπε σοβαρά μέτρα κατά των πειρατών, που περιλάμβαναν πρόστιμα, δημεύσεις μηχανημάτων και φυλάκιση
(Μπαλή και Καψής, 1986).

Οι ραδιοπειρατές ήσαν ποικίλων ειδών, αλλά είχαν όλοι ένα κοινό σημείο: αγάπη για τη μουσική και για τη συγκίνηση της αλληλεπίδρασης με το ακροατήριο που τους εκτιμούσε. Για παράδειγμα, το 1987 ο «Γιάννης», ένας ραδιοπειρατής, κατασκεύασε έναν πομπό 30 W (βατ) στα FM στο σπίτι του. Λειτουργούσε δύο φορές την εβδομάδα, τέσσερις ωρες κάθε φορά, εκπέμποντας μετά τα μεσάνυχτα, έτσι ώστε να μη δημιουργεί παράσιτα στους εθνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Εξέπεμπε κυρίως αγγλο-αμερικάνικη μουσική και συχνά δεχόταν αφιερώσεις. Όπως οι περισσότεροι ραδιοφωνικοί πειρατές, χρησιμοποιούσε ένα κωδικό νούμερο σαν ταυτότητα. δεν δεχόταν διαφημίσεις και δεν συμπαθούσε τους πειρατές που δέχονταν. Το πειρατικό ραδιόφωνο ήταν το χόμπι του.
Για τους περισσότερους πειρατές το ραδιόφωνο ήταν εντούτοις ένα ακριβό χόμπι. Ο πειρατής «397», για παράδειγμα, λειτουργούσε με κόστος 20.000 δραχμές την εβδομάδα, αλλά ανταμοιβόταν από 200 νυκτερινά τηλεφωνήματα ακροατών κατά μέσον όρο.
(Μπαλή και Καψής, 1986).

Ακόμα περισσότερο, αυτό το χόμπι είχε κινδύνους. Ο «Γιάννης» είχε ανακαλυφθεί δύο φορές από την αστυνομία και είχε αφεθεί ελεύθερος αφού τον προειδοποίησαν. Δεν είχε μεγάλη σημασία για αυτόν αν οι ερασιτεχνικοί σταθμοί θα νομιμοποιούνταν, γιατί ήταν σίγουρος ότι θα συνέχιζε να λειτουργεί ότι και αν γινόταν. Δυστυχώς, ο «Γιάννης» πιάστηκε για τρίτη φορά, και όλα τα μηχανήματά του, κατασχέθηκαν. (Χάκου, 1987).

Το 1986 το ειδικό γραφείο ελέγχου τηλεπικοινωνιών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνικών συνέλαβε 500 πειρατές στην Αθήνα, αλλά μήνυσαν μόνο αυτούς που μετέδιδαν διαφημίσεις (Χασαπόπουλος, 1986). Αυτό όμως δεν απέτρεψε τους υπόλοιπους ραδιοπειρατές, που εκτιμώνταν σε 1.000 στην Αθήνα μόνο, να συνεχίσουν να εκπέμπουν.

Ένας άλλος πειραματικός σταθμός ήταν το «Ράδιο Σταρ», ο οποίος από απλός πειρατικός αριθμός (772), κατέληξε σταθμός με άδεια. Ξεκινώντας σαν πειρατικός σταθμος, ο «772» σύντομα ένωσε τις δυνάμεις του με άλλους πειρατές και φίλους, και η λειτουργία σιγά-σιγά αυξήθηκε σε σημείο καθημερινής λειτουργίας από τις 8 το βράδυ ως τις 2 τα μεσάνυχτα. Η φόρμουλα του Ράδιο Σταρ ήταν απλή: οι εκφωνητές μιλούσαν για πράγματα που ενδιέφεραν αυτούς και τους ακροατές τους, οι οποίοι ήταν στα τέλη της εφηβείας και στις αρχές της ηλικίας των 20. Οι εκφωνητές έπαιζαν κυρίως ξένη μουσική, διάβαζαν ποίηση και γράμματα στον αέρα, και δέχονταν αφιερώσεις. Σταδιακά δημιούργησαν ένα fan club, έναν οδηγό προγράμματος, και διεξήγαγαν μυστικές συναντήσεις με μερικούς αφοσιωμένους ακροατές.
Ο σταθμός αυτός άλλαξε τέσσερις φορές ονομασία μέχρι να κατασταλάξει στο «Ράδιο Σταρ». Το πρόγραμμα άλλαζε συνεχώς, καθώς μερικά μέλη έφευγαν για το Πανεπιστήμιο, ενώ άλλοι έπρεπε να καταταγούν στρατιώτες. Οι περισσότεροι από τους 17 νέους ανθρώπους που ασχολούνταν με το Ράδιο Σταρ το 1987 ήσαν φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ο καθένας-καθεμία είχε τη δική του εκπομπή, παίζοντας προσωπικούς δίσκους ή άλμπουμ που τα δώριζαν δύο εταιρίες δίσκων. Ο σταθμός βρισκόταν σε μικρό δωμάτιο σπιτιού που απείχε 20 χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας .
(Μαργιώρη, 1987).

Η κίνηση για την ελεύθερη ραδιοφωνία στην Ελλάδα ήταν πολύ επηρεασμένη από τις παρόμοιες προσπάθειες σε άλλες χώρες, όπως η ελεύθερη ραδιοφωνία στη Γαλλία και το πειρατικό ραδιόφωνο στην Αγγλία. Στην Γαλλία, το αίτημα για ελεύθερη ραδιοφωνία (radio-libres) κυριαρχούσε από το 1977 έως το 1981, όταν το κρατικό ραδιοφωνικό μονοπώλιο καταργήθηκε. Κατά τον ίδιο τρόπο, ομάδες πολιτών στην Ελλάδα άρχισαν σοβαρά να απαιτούν το δικαίωμα να δημιουργήσουν ραδιοφωνικούς σταθμούς, ιδρύοντας σημαντικούς παράνομους σταθμούς όπως ο Αντίλαλος (του περιοδικού Αντι), που εξέπεμψε φανερά για 24 ώρες το 1983, και το Κανάλι 15, το οποίο κάλυψε τις εθνικές εκλογές του 1985. Και τους δύο, εντούτοις, τους έκλεισε η αστυνομία. Ομάδες όπως το Κανάλι 15 ερμήνευαν την ελεύθερη ραδιοφωνία ως την ικανότητα να γίνονται εκπομπές όπως το Σύνταγμα προέβλεπε, για να προσφέρουν εκπομπές με ποιότητα, αντικειμενικότητα, και για πολιτιστική ανάπτυξη. Ερμήνευαν την ελεύθερη ραδιοφωνία πρωτίστως ως «το ραδιόφωνο των πολιτών».
(Κούνδουρος, 1987).

Αυτό όμως που έδωσε ώθηση στην υπόθεση της ελεύθερης ελληνικής ραδιοφωνίας ήταν η πίεση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία διεκδικούσαν ένα κομμάτι από τα ερτζιανά κύματα. Πολλοί πολιτικοί απλώς ήθελαν να ακουστούν οι φωνές τους, αφού το κρατικό ραδιόφωνο ήταν πρωτίστως η φωνή του κόμματος που βρισκόταν στην εξουσία. Κατά τη διάρκεια των δημοτικών εκλογών του 1986, έξι υποψήφιοι δήμαρχοι για τις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας, προερχόμενοι κυρίως από τη ΝΔ που βρισκόταν τότε στην αντιπολίτευση, έκαναν το αίτημα για ελεύθερη ραδιοφωνία στοιχείο του πολιτικού τους προγράμματος. Τα αιτήματά τους δεν αφορούσαν τόσο την υποστήριξη των δικαιωμάτων αυτών που εξέπεμπαν ερασιτεχνικά στο ραδιόφωνο αλλά το να επιτύχουν κατάργηση του κυβερνητικού μονοπωλίου στα ερτζιανά, ιδιαίτερα για τα προγράμματα ειδήσεων και ενημέρωσης. Η νίκη, στις τρεις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας, των υποψηφίων της ΝΔ, που είχαν υποσχεθεί να ιδρύσουν ραδιοφωνικούς σταθμούς, ανάγκασαν την κυβέρνηση να δραστηριοποιηθεί.

Τον Νοέμβριο του 1986 ο γιος του Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, Γεώργιος Α. Παπανδρέου, υφυπουργός Πολιτισμού, τοποθετήθηκε υπέρ της ελεύθερης ραδιοφωνίας, την οποία ερμήνευσε σαν άνοιγμα των συχνοτήτων στους νέους ανθρώπους, σε ραδιοερασιτέχνες, και σε νεολαίες πολιτικών κομμάτων. Δήλωσε ότι «οι συνθήκες για να επιτραπεί στη χώρα μας η ελεύθερη ραδιοφωνία είναι ώριμες, όσο ποτέ άλλοτε».
(Τόλιος, 1986, σελ. 25).

Ακόμα ανέφερε ότι η ελεύθερη ραδιοφωνία πρέπει να ξεκινήσει με τη νομιμοποίηση των ερασιτεχνικών ραδιοφωνικών σταθμών, αλλά ότι θα μπορούσε να επιτραπούν και δημοτικοί ραδιοσταθμοί, ακόμη και πολιτικοί σταθμοί. Αυτή η ανακοίνωση, δημιούργησε αντιθέσεις στο κυβερνών ΠΑΣΟΚ, διότι ορισμένα ηγετικά στελέχη του δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τον έλεγχο των ερτζιανών. Η αντιπαράθεση αυτή έληξε τον Δεκέμβριο του 1986, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοίνωσε την υποστήριξή του προς την ιδέα να δημιουργηθεί Κοινοβουλευτική Επιτροπή που να μελετήσει το θέμα και να υποβάλλει προτάσεις για τα «όρια της ελεύθερης ραδιοφωνίας». Ερμήνευσε την ελεύθερη ραδιοφωνία ως: «κάθε πολίτης θα έχει δικαίωμα να διαμορφώσει σταθμό τοπικής εμβέλειας».
(Φάτσης, 1986).

Η ιδέα κατάργησης του κρατικού μονοπώλιου στο ραδιόφωνο είχε έρθει στο προσκήνιο το 1982 και το 1985, όταν ορισμένοι μέσα στο ΠΑΣΟΚ πρότειναν να υπάρξει νόμος που να επιτρέπει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης να ιδρύουν δημοτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Την περίοδο αυτή μέλη του ΠΑΣΟΚ είχαν τον έλεγχο της τοπικής αυτοδιοίκησης στις περισσότερες μεγάλες πόλεις. Εντούτοις, μετά τις δημοτικές εκλογές του 1986, κατά τις οποίες οι υποψήφιοι δήμαρχοι της Νέας Δημοκρατίας κέρδισαν μεγάλες πόλεις, το ΠΑΣΟΚ εγκατέλειψε την ιδέα μέχρι ότου ο Γεώργιος Α. Παπανδρέου πήρε τη δημόσια θέση που αναφέρθηκε προηγούμενα δυο μήνες μετά τις εκλογές.

Το δημοτικό ραδιόφωνο δεν ήταν νέα ιδέα στην Ελλάδα. Ιδιωτικοί, μη κερδοσκοπικοί σταθμοί, κάτω από την προστασία των τοπικών αρχών, ήταν σε λειτουργία σε τρεις πόλεις στις αρχές του 1960. Αυτοί οι σταθμοί (στην Αμαλιάδα, Ιεράπετρα και το Μεσσολόγι) επετράπη να λειτουργήσουν επειδή είχαν μεγάλη δημόσια υποστήριξη και επειδή συνεργάζονταν με την ΕΡΤ. Σε μια άλλη περίπτωση, μετά τη συγχώνευση της ΕΡΤ-1 με την ΥΕΝΕΔ το 1982, ο έλεγχος του πρώην ραδιοφωνικού σταθμού της ΥΕΝΕΔ στην Κοζάνη, ανελήφθη ουσιαστικά από τοπικές κοινωνικές ομάδες ενώ παρέμεινε στο δίκτυο της ΕΡΤ-2 (Πετροπούλου, 1986). Επιπλέον, το 1980, 65 δήμαρχοι πόλεων και πρόεδροι κοινοτήτων από όλη τη χώρα απαίτησαν από την ΕΡΤ να παρέχει σύντομο και τακτικό πρόγραμμα αφιερωμένο στην τοπική αυτοδιοίκηση. Τέτοιου είδους πρόγραμμα άρχισε στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ-1 το 1982.

Το επόμενο βήμα στην εξέλιξη του δημοτικού ραδιοφώνου έγινε το 1984, όταν η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ) υπέβαλε πρόταση για την ίδρυση τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών. Ένας από τους αρχιτέκτονες αυτής της πρότασης ήταν ο υποψήφιος δήμαρχος της Αριστεράς για την δημαρχία της Αθήνας το 1986, Θεόδωρος Κατριβάνος, που δήλωσε ότι, αν εκλεγόταν, θα ίδρυε δημοτικό σταθμό. Ο υποψήφιος της Νέας Δημοκρατίας στις ίδιες εκλογές, και τελικός νικητής, Μιλτιάδης Έβερτ, υιοθέτησε αυτή την πρόταση, και έτσι η πίεση προς την κυβέρνηση έγινε εντονότερη.
Ακόμα και ύστερα από την ανακοίνωση του Πρωθυπουργού, ο νέος δήμαρχος της Αθήνας επέμεινε ότι αν η νομική υποδομή για την ελεύθερη ραδιοφωνία δεν είχε δημιουργηθεί μέχρι το τέλος του Μαρτίου 1987, θα προωθούσε τα σχέδιά του για την ίδρυση δημοτικού ραδιοφωνικού σταθμού, ακόμα κι αυτό σήμαινε παραβίαση του ισχύοντος νόμου. Η κυβέρνηση απάντησε ότι αν η νομική υποδομή δεν ήταν έτοιμη ως τότε, θα έβρισκε τρόπο να διευκολύνει τον δήμαρχο.

Παρ’ όλα αυτά, τα πολιτικά κόμματα δεν συμφώνησαν με τον τρόπο της ανατροπής του κρατικού ραδιοφωνικού μονοπωλίου. Στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ αναπτύχθηκαν διαφωνίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε η ανατροπή αυτή να επιτευχθεί. Πολλοί ήταν αυτοί μέσα στο κόμμα που ήθελαν απλά να νομιμοποιήσουν τους παραδοσιακούς ραδιοπειρατές/ερασιτέχνες, χωρίς όμως να τους επιτρέπουν να μεταδίδουν ειδήσεις. Κάποιοι άλλοι ήθελαν να επιτρέψουν τη λειτουργία των επαρχιακών (τοπικών) ραδιοφωνικών σταθμών υπό τον έλεγχο των νομαρχών, τους οποίους είχε διορίσει το κυβερνών κόμμα, και όχι υπό τον έλεγχο των εκλεγμένων τοπικών δημάρχων, πολλοί από τους οποίους είχαν διασυνδέσεις με την αντιπολίτευση. Αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία τάχθηκε υπέρ της ιδιωτικής ραδιοφωνίας, ενώ ο Συνασπισμός της Αριστεράς ήταν αντίθετος όσον αφορά την ιδιωτική ραδιοφωνία, πιστεύοντας ότι θα οδηγούσε στον έλεγχο της ιδιωτικής ραδιοφωνίας- τηλεόρασης από ξένα συμφέροντα. Ο Συνασπισμός ήταν υπέρ των μη-κερδοσκοπικών ερασιτεχνικων ραδιοφωνικών σταθμών και πίστευε ότι η λύση του προβλήματος θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο εάν η κυβέρνηση επέτρεπε στα κρατικά μέσα ενημέρωσης να λειτουργήσουν πιο δημοκρατικά.

Στο μεταξύ, δημοτικές αρχές σε όλη την Ελλάδα άρχισαν να σχεδιάζουν να ιδρύσουν ραδιοφωνικούς σταθμούς, αλλά ο αθηναϊκός ήταν ο πρώτος που «βγήκε στον αέρα». Στις 31 Μαΐου 1987, ο δημοτικός σταθμός Αθήνα 98,4 FM άρχισε να εκπέμπει χωρίς άδεια, αρχικά λειτουργώντας 12 ώρες την ημέρα. Δύο μέρες νωρίτερα, η κυβέρνηση είχε εκδόσει υπουργική απόφαση (14631/22/2691/29-587) ΦΕΚ 267Β με την οποία επιτρεπόταν η ίδρυση δημοτικών ραδιοφωνικών σταθμών.
Τα εγκαίνια του Αθήνα 98,4 ήταν η πρώτη σημαντική πρόκληση στο κρατικό μονοπώλιο στην Ρ/Τ. Ο σταθμος είχε κοστίσει περίπου 100 εκατομμύρια δρχ. αρχικά παίρνοντας ως υπαλλήλους 85 άτομα, από τους οποίους οι περισσότεροι προσλήφθηκαν με σύμβαση ενός μηνός.
(Κανέλλη, 1987).

Ο Γιάννης Τζανετάκος, ένας δικηγόρος και πρώην αριστερός πρόεδρος της ΕΦΕΕ, προσλήφθηκε ως ο πρώτος διευθυντής του. Έκπληξη δημιούργησε το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς που προσλήφθηκαν δεν ήσαν οπαδοί της ΝΔ και αυτό προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια στις τάξεις της. Ήταν πολύ ασυνήθιστο για έναν πολιτικό να μη στελεχώνει μια κρατική επιχείρηση με μέλη του δικού του κόμματος.
Το πρόγραμμα του σταθμού ήταν κυρίως ζωντανό, περιελάμβανε μουσική, ειδήσεις, συζητήσεις και διαφημίσεις. Κατά την άποψη μερικών, εντούτοις, δεν είχαν αλλάξει πολλά πράγματα πολιτικά. Ο σταθμός ήταν ένα ακόμη παράδειγμα αυταρχικής διαχείρισης, εκτός του ότι αυτή τη φορά ήταν σε τοπικό επίπεδο. Η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε από την απουσία της δημοτικής αντιπολίτευσης κατά τα εγκαίνια του σταθμού. Αν και διέθετε επιτροπή δεοντολογίας, συγκροτημένη από δημοσιογράφους με διαφορετικές πολιτικές τοποθετήσεις, η επιτροπή αυτή αντιμετωπιζόταν από πολλούς ως μια κίνηση καλής θέλησης από το δήμαρχο και όχι ως κάτι που επρόκειτο να διαρκέσει.

Ο δεύτερος δημοτικός σταθμος, το Κανάλι 1, βγήκε στον αέρα στις 26 Ιουνίου 1987, στον Πειραιά, από τον προσκείμενο στη ΝΔ δήμαρχο της πόλης Ανδρέα Ανδριανόπουλο. Αυτός ο σταθμος είχε περισσότερο τοπικό προσανατολισμό απ’ ό,τι ο σταθμός της Αθήνας, και πολλοί από τους υπαλλήλους του θεωρούσαν ότι ο «Αθήνα 98,4» έμοιαζε πολύ με το κρατικό ραδιόφωνο.

Ακολούθησε ο σταθμός FM-100 στην Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβριο του 1987, με πρωτοβουλία του δημάρχου Σωτ. Κούβελα. Σύντομα η ΚΕΔΚΕ πρότεινε να ιδρυθούν οι τοπικοί σταθμοί ως δημόσιες επιχειρήσεις στις περισσότερες ελληνικές επαρχίες και να λειτουργούν με ευθύνη των δημοτικών και κοινοτικών αρχών της περιοχής.
(Λιοναράκης, 1988, σελ. 139).


Η εργασία της ίδρυσης τέτοιων επαρχιακών σταθμών θα γινόταν από την Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), η οποία άρχισε να εκπαιδεύει στελέχη για τους προτεινόμενους σταθμούς. Ο πρώτος τέτοιος άρχισε να λειτουργεί τον Ιούλιο του 1990, στο Αγρίνιο. Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Νομού Αιτωλοακαρνανίας, όπως λεγόταν ήταν μικτή επιχείρηση διαφόρων δημοτικών αρχών και ιδιωτικών συμφερόντων.
(Ρουμελιώτης, 1990, Ιούλιος).

Στο μεταξύ, δημοτικές αρχές σε όλη τη χώρα πειραματίζονταν με ραδιοφωνικές εκπομπές. Πριν από το τέλος του 1987 η πρώτη συλλογική προσπάθεια προήλθε από δέκα δήμους Δυτικής Αττικής, που ίδρυσαν τον «Δίαυλο 10». Μέχρι τον Μάρτιο 1989 υπήρχαν 13 δημοτικοί σταθμοί σε όλη τη χώρα και ο αριθμός τους συνέχιζε να αυξάνεται με γρήγορο ρυθμό.


Στο μεταξύ, αν και το ΠΑΣΟΚ αναγκάστηκε να καταργήσει το κρατικό μονοπώλιο στην Ρ/Τ, ήταν αποφασισμένο να κρατήσει τους νέους σταθμούς υπό έλεγχο. Η κυβέρνηση συχνά δοκίμασε να κρατήσει τους δημάρχους μέσα στο πλαίσιο του νόμου με το να προσπαθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις χωρίς επιτυχία, να καταστρέψει τις παράνομες κεραίες των δημοτικών σταθμών στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Οι δήμαρχοι αντεπιτέθηκαν, με οπαδούς του κόμματος να φρουρούν τις κεραίες.


Εντούτοις, τα πρώτα δείγματα του δημοτικού ραδιοφώνου δεν ήταν αυτό που μερικοί πρόβλεπαν για την ελεύθερη ραδιοφωνία. Όπως ο αρθρογράφος Πέτρος Ευθυμίου (1987) ανέφερε, «Η ελεύθερη ραδιοφωνία είναι μια ευκαιρία για να αλλάξουν συνολικά οι νοοτροπίες και πρακτικές μας», αλλά δυστυχώς, το δημοτικό ραδιόφωνο απλώς διαιώνιζε την παλιά νοοτροπία. Ήταν το ραδιόφωνο των πολιτικών και όχι του κοινού. ούτε αμερόληπτο ραδιόφωνο ήταν. Ακόμη και οι διευθυντές των δύο πρώτων δημοτικών σταθμών είχαν αμφιβολίες για το δημοτικό ραδιόφωνο. Ο Γ. Τζανετάκος είχε δηλώσει ότι η ελεύθερη ραδιοφωνία έπρεπε να είναι κάτι περισσότερο από δημοτικο ραδιόφωνο, ενώ ο διευθυντής του σταθμού «Κανάλι 1» του Πειραιά Α. Βέλιος δήλωσε ότι δεν πίστευε στο δημοτικό ραδιόφωνο, επειδή οι άνθρωποι δεν θέλουν να ακούν για τα μικροπροβλήματα συνοικιών.
(Παπασπύρου 1987, σελ. 69).

Στο αρχικό στάδιο της ελεύθερης ραδιοφωνίας παρουσιάστηκαν πολλά προβλήματα, ανάμεσα στα οποία ήταν τόσο η απειρία των εκφωνητών, όσο και οι διάφορες ερωτήσεις όσον αφορά το ρόλο και την ταυτότητα της ελεύθερης ραδιοφωνίας. Μερικές απ’ αυτές τις ερωτήσεις ήσαν οι εξής: Θα ’πρεπε άραγε να υπάρχουν οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί; Τι θα γίνει με τους ερασιτεχνικούς σταθμούς; Μπορούν οι μη-κρατικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί να μεταδίδουν ειδήσεις; Και αν ναι, κάτω από ποιες συνθήκες; Από πού προέρχονταν τα χρήματα που ξοδεύονταν για τη συντήρηση αυτών των σταθμών; Και τελικά, ποια επρόκειτο να είναι η πολιτική γραμμή αυτών των σταθμών, λαμβάνοντας υπόψη οτι οι πολιτικοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ίδρυσή τους;

Ο νέος νόμος για τη Ραδιοτηλεόραση (Ρ/Τ), (νόμος 1730/1987 διατηρούσε το μονοπώλιο της ΕΡΤ αλλά το άρθρο 2, παράγραφος 4 αυτού του νόμου ανέφερε ότι ο Υπουργός Προεδρίας της Κυβέρνησης μπορούσε να εκχωρήσει άδειες ίδρυσης και λειτουργίας ραδιοφωνικών σταθμών (FM) τοπικής εμβέλειας. Άδειες μπορούσαν να λάβουν ιδιώτες, εταιρείες ή τοπικές αρχές, αλλά κανείς δεν εδικαιούτο περισσότερες από μία άδεια και δεν επιτρεπόντουσαν ιδιωτικά ραδιοφωνικά δίκτυα ή αλυσίδες.

Ο νόμος προέβλεπε τη σύσταση επιτροπής, αρμόδιας για τις διαδικασίες για τις άδειες. Την Επιτροπή για την Τοπική Ραδιοφωνία συγκροτούσαν οι εξής: Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας, ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ και δυο καθηγητές πανεπιστημίου, όλοι διορισμένοι για τρία χρόνια.

Ο νόμος αυτός άφησε πολλές ρυθμίσεις και λεπτομέρειες για αργότερα. Αυτές ήλθαν με το Προεδρικό Διάταγμα 25/1988. Το Διάταγμα επέτρεψε την ίδρυση ραδιοφωνικών σταθμών στα FM, μεταξύ 87.5 και 107.7 Μεγακύκλους (MHZ), μόνο μετά από άδεια.

Οι δημοτικοί σταθμοί έπρεπε να επιβλέπονται από ΔΣ στο οποίο θα μετείχαν όλες οι παρατάξεις που εκπροσωπούνταν στο δημοτικό συμβούλιο της πόλης. Το διάταγμα επίσης καθιέρωνε τις τεχνικές προδιαγραφές των σταθμών και έθετε ανώτερα όρια στον διαφημιστικό χρόνο. Κατά προτεραιότητα θα έπαιρναν άδειες διάρκειας δυο ετών που μπορούσαν να ανανεωθούν, τοπικές αρχές, εκδοτικά συγκροτήματα και ραδιοερασιτέχνες. Αυτή από τις ρυθμίσεις του ΠΔ που αμφισβητήθηκε εντονότερα ήταν εκείνη που προέβλεπε την ύπαρξη «Επιτροπών Δεοντολογίας» για κάθε σταθμό που θα το αποτελούσαν κυρίως δημοσιογράφοι (Άρθρο 15).

Οι παραπάνω περιορισμοί αντανακλούσαν την αβεβαιότητα των πολιτικών απέναντι σε μια πλήρως ελεύθερη ραδιοφωνία. Το ΠΑΣΟΚ γενικά θεωρούσε ότι όλοι οι νέοι σταθμοί ήταν πολιτικά αντίθετοί του. Η ΝΔ δεν υποστήριζε άνευ όρων την «ελεύθερη ραδιοφωνία» αλλά μόνο στις περιπτώσεις που την ευνοούσε κομματικά ή ενοχλούσε την κυβέρνηση. Για παράδειγμα, ακόμη και μερικά μέλη της δεν ήθελαν να εκπέμπουν οι ιδιωτικοί στάθμοί ειδήσεις. Η Αριστερά, τέλος, από τη μια μεριά ήταν αντίθετη στην ιδιωτική Ρ/Τ, ενώ από την άλλη, την έβλεπε σαν τον μόνο πιθανό τρόπο για τον εκδημοκρατισμό των μέσων.
Οι περισσότεροι από αυτούς που εξέπεμπαν ήταν αντίθετοι με το προεδρικό διάταγμα, άλλοι επειδή επέβαλε όρια στην κάλυψη των ειδήσεων, και άλλοι επειδή δεν ήθελαν καθόλου περιορισμούς. Ακόμη, ενώ μερικοί δήλωναν ότι τα πρότυπα που επέβαλε το ΠΔ στους τοπικούς σταθμούς ήταν πιο σκληρά από εκείνα που ίσχυαν για το κρατικό ραδιόφωνο όσον αφορά τις ειδήσεις και τα πολιτικά ρεπορτάζ, άλλοι ήταν αντίθετοι επειδή πίεζε τους δημοτικούς σταθμούς να λάβουν υπόψη όλα τα κόμματα που αντιπροσωπεύονταν στα δημοτικά συμβούλια.

Υπήρχαν επίσης επικρίσεις για τις νέες κατευθυντήριες γραμμές για την κάλυψη των προεκλογικών εκστρατειών, οι οποίες θεωρούνταν ότι δεν επέτρεπαν τον αληθινό δημοκρατικό διάλογο. Τέλος, αντικείμενο επικρίσεων αποτελούσε και η πρόβλεψη για τη δημιουργία Επιτροπών Δεοντολογίας από δημοσιογράφους, αφ’ ενός επειδή στις εφημερίδες δεν υπήρχε αντίστοιχος θεσμός και αφ’ ετέρου επειδή έτσι αποκλείονταν άλλοι ειδικοί των μέσων.

Ένα σημαντικό πρόβλημα με τον νόμο και τα διατάγματα ήταν το τι άφηναν απ’ έξω. Ασχολούνταν με τις πολιτικές εκπομπές, που ενδιέφεραν το κόμμα που ήταν στην εξουσία, αλλά δεν ρύθμιζαν κρίσιμα προβλήματα, όπως ο αριθμός συχνοτήτων που ήταν διαθεσιμος. Άλλωστε, και η Κοινοβουλευτική Επιτροπή που συστήθηκε για να καθορίσει τα κριτήρια για την ιδιωτική ραδιοφωνία δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να συζητήσει το θέμα.
Παρ’ όλα αυτά, οι πρώτες άδειες για ραδιοφωνικούς σταθμούς εκδόθηκαν τον Μάιο του 1988. Επρόκειτο για 29 άδειες και τις περισσότερες τις πήραν εκδότες και δημοτικές αρχές. Η επιτροπή δεν ανακοίνωσε ποτέ τα κριτήρια με τα οποία κατένειμαν αυτές τις άδειες και δεν παρεχώρησε μαζί με τις άδειες συγκεκριμένες συχνότητες. Έτσι, όταν ο πρώτος ιδιωτικός σταθμός, ο TOP FM του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, βγήκε στον αέρα τον Μάιο του 1988, έγινε ξεκάθαρο ότι οι ραδιοερασιτέχνες δεν ωφελούνταν. Πάντως, μερικοί πρώην πειρατές βρήκαν εργασία ως παραγωγοί προγράμματος σε δημοτικούς και ιδιωτικούς σταθμούς.

Πολλοί που εξέπεμπαν στην Αθήνα συνέχισαν την πειρατεία στα ραδιοφωνικά κύματα και αντιμετώπισαν δυσκολίες με τον νόμο. Οι επαρχιακοί πειρατές είχαν καλύτερη μεταχείριση: πολλοί από αυτούς πήραν άδειες, και κατέκτησαν το 40% του επαρχιακού ακροατηρίου, αφήνοντας 60% για το κρατικό ραδιόφωνο .
(Ρουμελιώτης 1988, 17 Οκτωβρίου).

Εκτός από τους παραδοσιακούς πειρατές, και άλλοι ιδιώτες ή εταιρείες εξέπεμπαν χωρίς άδεια.
Αυτές οι νέες συνθήκες προκάλεσαν πραγματική έκρηξη νέων σταθμών. Πολλοί απ’ αυτούς στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη άρχισαν να λειτουργούν 24 ώρες σε μόνιμη βάση, με αποτέλεσμα την ένταση του ανταγωνισμού για ακροατήριο και για προσωπικό ραδιοφώνου. Μέχρι το τέλος του 1988 υπήρχαν 22 ραδιοφωνικοί σταθμοί με άδεια στην Θεσσαλονίκη, πέρα από τα τέσσερα προγράμματα της ΕΡΑ, και πιθανότατα μέχρι και 100 πειρατικοί που μοιράζονταν τα ραδιοφωνικά κύματα.

Στην Αθήνα, την ίδια εποχή, υπήρχαν 52 σταθμοί με κανονικές άδειες ή σταθμοί που είχαν υποβάλλει αίτηση για άδεια και μέχρι και 20 σταθμοί χωρίς άδεια, στους οποίους πρέπει να προσθέσουμε και άλλους 60 που περίμεναν να πάρουν τις συχνότητες που απέμειναν. Με ένα άλλο σύνολο αιτήσεων αδειών που έγιναν δεκτές στις αρχές του 1989, τελικά περισσότερες από 200 άδειες είχαν παραχωρηθεί σε όλη τη χώρα. Εντούτοις, ήταν δύσκολο να γνωρίζει κανείς τον ακριβή αριθμό των σταθμών που λειτουργούσαν, καθώς μερικοί λειτουργούσαν χωρίς άδεια, ενώ άλλοι με άδεια δεν είχαν ακόμη αρχίσει να εκπέμπουν. Τον Μάιο του 1989 η Επιτροπή για την Τοπική Ραδιοφωνία παραχώρησε 22 ακόμη άδειες αλλά κατένειμε μόνο 16 συχνότητες και διέταξε κάποιους σταθμούς να μοιραστούν συχνότητες.




Γενικά, δημιουργήθηκαν πλήθος προβλήματα. Υπήρχαν πειρατικοί σταθμοί που χρησιμοποιούσαν συχνότητες που ανήκαν σε σταθμούς με άδειες. σταθμοί που εξέπεμπαν με μεγαλύτερη ισχύ απ’ ότι επιτρεπόταν. σταθμοί που κατασκεύαζαν πομπούς σε μέρη που δεν είχαν δικαίωμα. και δήμαρχοι που είχαν θέση σε λειτουργία περισσότερους από ένα σταθμούς, χωρίς άδεια. Για παράδειγμα, εκτός από τον FM-100, ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης, Σωτήρης Κούβελας, κατασκεύασε δύο ακόμα σταθμούς στην ίδια πόλη, τον FM-101, έναν σταθμό προσανατολισμένο στη νεολαία που έπαιζε κυρίως ξένη μουσική, και τον FM-100,5, πολιτιστικό σταθμό.


Υπό την πίεση αυτών των προβλημάτων, πολλοί ιδιοκτήτες σταθμών το 1989 ίδρυσαν τη Διαρκή Επιτροπή Τοπικών Ραδιοσταθμών (ΔΕΤΟΡΣ). Αλλά οι ιδιοκτήτες δεν είχαν συνοχή, καθώς ανήκαν σε διαφορετικά πολιτικά στρατόπεδα. Γιατί βέβαια, από τα μεγαλύτερα προβλήματα της «ελεύθερης ραδιοφωνίας» ήσαν τα πολιτικά. Αν και οι μεγάλοι δημοτικοί σταθμοί επέτρεπαν να ακουστούν όλα τα κόμματα (γεγονός για το οποίο μερικοί δήμαρχοι είχαν επικριθεί από τα δικά τους κόμματα ως μη αρκετά κομματικοί), οι περισσότεροι δημοτικοί σταθμοί ήταν κάτω από τον άμεσο έλεγχο του δημάρχου. Πάντως οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί έτειναν να θέτουν σε υγιέστερη βάση τη συζήτηση των πολιτικών θεμάτων με τις ειδήσεις τους και τα προγράμματα δημοσίων υποθέσεων, ιδιαίτερα με συνεντεύξεις, οι οποίες συχνά αποτελούσαν ειδήσεις από μόνες τους, δημιουργώντας ένα φόρουμ για πολιτικά πρόσωπα και διαμορφωτές της κοινής γνώμης.

Μπρος σε αυτή τη νέα κατάσταση, το κρατικό ραδιόφωνο δεν έμεινε ανεπηρέαστο. Στην Θεσσαλονίκη, όπου ο FM-100, έφτασε να συγκεντρώνει το 50% του ακροατηρίου, η ΕΡΤ δημιούργησε έναν νέο ραδιοφωνικό σταθμό, τον 102 FM Stereo, με στοιχεία ελεύθερης ραδιοφωνίας, με μεγαλύτερη έμφαση στην ελληνική μουσική. Ακομα αύξησε το ποσοστό του «ζωντανού προγράμματος», το οποίο αρχικά είχε μέσο όρο λιγότερο από 25%, ενώ το Τέταρτο Πρόγραμμα ολοκληρωτικά άλλαξε τη φόρμουλά του στοχεύοντας σε νεότερο κοινό. Μια από τις νεωτερικές αλλαγές ήταν να ανοίξει τα ραδιοφωνικά κύματα του σε ραδιοπειρατές για μια ώρα κάθε νύχτα. Οι σταθμοί της ΕΡΑ μείωσαν επίσης το ποσοστό της ελληνικής λαϊκής και παραδοσιακής μουσικής με σκοπό να εμπλουτίσουν το πρόγραμμά τους με τον αγγλο-αμερικάνικο ήχο των ιδιωτικών σταθμών. Επιπλέον, η ΕΡΤ ίδρυσε έναν νέο περιφερειακό FM σταθμό, τον «Ράδιο Αιγαίο», στην Λέσβο. Την ίδια περίοδο, πολλοί κρατικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί που είχαν εκπέμψει για χρόνια στα ΑΜ άρχισαν να εκπέμπουν επίσης στα FM.

Εντούτοις, οικονομικά προβλήματα άρχισαν να εμφανίζονται στους νέους σταθμούς. Αν και ο Αθήνα 98,4 είχε καταφέρει να έχει κέρδος 105 εκατομμυρίων δραχμών μέσα στους πρώτους επτά μήνες της λειτουργίας του, όντας ο πιο δημοφιλής σταθμος στην Αθήνα, συνάμα υπήρχαν τόσοι πολλοί νέοι σταθμοί που η ραδιοφωνική διαφημιστική δαπάνη, αρχικά μόνο 6% του συνόλου, δεν επαρκούσε. Το 1989, το ραδιοφωνικό μερίδιο των συνολικών διαφημιστικών δαπανών αυξήθηκε στο 7,3%, αλλά και αυτό ακόμα δεν ήταν αρκετό.
Οι οικονομικές δυσκολίες έγιναν έντονες ιδιαίτερα στους συνεταιρικούς δημοτικούς σταθμούς που λειτουργούσαν γύρω από την Αθήνα, και είχαν ως αποτέλεσμα την πρώτη απεργία των υπαλλήλων μη κρατικών ραδιοφωνικών σταθμών –αλλά και οι υπάλληλοι σε άλλους σταθμούς δεν πληρώνονταν κανονικά. Ακόμη, εκπρόσωποι των οργανισμών πνευματικών δικαιωμάτων απείλησαν να προσφύγουν στα δικαστήρια γιατί οι σταθμοί δεν κατέβαλαν τα δικαιώματα για τους δίσκους που έπαιζαν.

Τα οικονομικά προβλήματα είχαν επίσης ως αποτέλεσμα έναν μεγαλύτερο ανταγωνισμό ανάμεσα στους σταθμούς για την εξασφάλιση εισοδημάτων από δημοφιλή προγράμματα και δημοφιλείς παρουσιαστές, ιδιαίτερα στην Αθήνα. Και οι ιδιωτικοί και οι δημοτικοί σταθμοί στηρίζονταν στα δημοφιλή προγράμματα για να κερδίσουν μεγάλο ακροατήριο έτσι ώστε να εξασφαλίσουν κέρδη και πολιτική ισχύ, αντιστοίχως. Κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων, αναρίθμητα «ραδιοφωνικά αστέρια», καθώς επίσης και διοικητικά στελέχη σταθμών, άλλαξαν σταθμούς, είτε για περισσότερα χρήματα ή λόγω διαφωνιών με το πρόγραμμα ή λόγω πολιτικών διαφορών. ΣΕ αυτό το περιβάλλον, η ελεύθερη ραδιοφωνία έφτασε να σημαίνει ζωντανό ραδιόφωνο, διαγωνισμούς, δώρα και μπίνγκο και πρωταρχικά αγγλο-αμερικάνικη μουσική.

Η ξένη μουσική, εντούτοις, είχε κάνει την εμφάνισή της στην Ελλάδα πολύ πριν την περιπέτεια του ελεύθερου ραδιοφώνου. Πέρα από τους πειρατικούς σταθμούς, οι περισσότεροι των οποίων εξέπεμπαν ξένη μουσική, το κρατικό ραδιόφωνο είχε επίσης ικανό ποσοστό ξένης μουσικής. Σε οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας, οι ακροατές στην Ελλάδα μπορούσαν να βρουν ξένη δημοφιλή μουσική σε κάποιο σταθμό. Το Δεύτερο και το Τέταρτο Πρόγραμμα παρείχαν την περισσότερη ξένη μουσική σε εθνικό επίπεδο. Αυτές οι δύο υπηρεσίες εξέπεμπαν ξένη μουσική με διακοπές όλη τη μέρα και είχαν ειδικά προγράμματα κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που έπαιζαν αποκλειστικά ξένη μουσική. Το Δεύτερο Πρόγραμμα εξέπεμπε ξένη μουσική αποκλειστικά κατά το 26% των συνολικών ωρών προγράμματος, ενώ 14% περιελάμβανε ένα μείγμα ελληνικής και ξένης μουσικής.
(Τσάμπρας, 1985, 6 Απριλίου).

Το Τέταρτο Πρόγραμμα εξέπεμπε ξένη μουσική αποκλειστικά κατά 10% των συνολικών ωρών, ενώ 23% περιελάμβανε ένα μείγμα ελληνικής και ξένης μουσικής
(Τσάμπρας, 1985, 27 Απριλίου).

Γενικά, το ελληνικό κρατικό ραδιόφωνο ήδη παρείχε τη μεγαλύτερη ποικιλία προγραμμάτων που ένα ραδιόφωνο μπορούσε πιθανώς να προσφέρει, με τον αριθμό των σταθμών και τα τέσσερα προγράμματα που διέθετε. Τα ραδιοφωνικά προγράμματα της ΕΡΑ δεν ήταν συνήθως «ζωντανά», και είχαν μουσική μαζί με άλλα διάφορα θέματα είτε ενημερωτικά ή ψυχαγωγικά. Τα προγράμματα σε ιδιωτικούς ή δημοτικούς σταθμούς συνήθως ήσαν «ζωντανά», περιείχαν διαφημίσεις, και συχνά περιείχαν διάφορους διαγωνισμούς.

Οι περισσότεροι νέοι ραδιοφωνικοί σταθμοί δεν στόχευαν σε συγκεκριμένα ακροατήρια (narrowcasting) όλη την ημέρα, αλλά διαμόρφωναν τρίωρες ζώνες προγράμματος. Για παράδειγμα, ο δημοτικός σταθμός του Πειραιά είχε δέκα παραγωγούς ζώνης, ο καθένας υπεύθυνος για ένα τρίωρο. Επειδή αυτοί οι νέοι σταθμοί βγήκαν στον αέρα όλοι μαζί, πολλοί παραγωγοί/εκφωνητές είτε ερχόντουσαν από το κρατικό ραδιόφωνο είτε ήταν πρώην ραδιοπειρατές. Αυτοί οι πρώην πειρατές ήταν αυστηρά disc jockeys.

Οι περισσότεροι νέοι ραδιοφωνικοί σταθμοί αφιέρωναν περίπου 30% του προγράμματός τους σε ειδήσεις, συζητήσεις για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και αθλητικά, ενώ το υπόλοιπο ήταν μουσική. Το μερίδιο της μουσικής είχε ισχυρή αμερικανική συνιστώσα.

Τα εβδομαδιαία μερίδια ακροαματικότητας των ραδιοφωνικών σταθμών προκαλούσαν αντιπαραθέσεις, καθώς συχνά έδειχναν αντίθετα αποτελέσματα. Σύμφωνα με αυτά, οι πιο δημοφιλείς σταθμοί στην Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ήταν ο «Αθήνα 98,4» και οι ιδιωτικοί σταθμοί Sky, Top FM και Αντέννα. Ένας άλλος δημοφιλής σταθμός ήταν ο Jeronymo Groovy, πρώην πειραματικός σταθμός που είχε βγει στον αέρα από το 1966.

Εδώ θα πρέπει να αναφερθούμε όσο διεξοδικά γίνεται και στην πρώτη προσπάθεια ιδιωτικού ραδιοφώνου στην περιοχή μας. Συγκεκριμένα το 1987 ιδρύεται στην Άρτα, το Ράδιο Άρτα, μια συλλογική προσπάθεια από νεαρούς, πρώην ραδιοπειρατές οι περισσότεροι, όπως ο Σαλαμούρας, οι αδερφοί Παπαθανασίου, ο Κολοβάτσιος, ο Πανοδήμος και άλλοι που δεν θυμάμαι τα ονοματά τους. Το Ράδιο Άρτα ήταν μάλιστα από τους πρώτους ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς της χώρας, σε μια δύσκολη περίοδο. Φυσικά επειδή λειτούργησε σε επαγγελματικό επίπεδο ήταν και από τους πρώτους στην χώρα που απέκτησε άδεια λειτουργίας. Μπορεί να μιλάμε για επαγγελματικό επίπεδο αλλά οι συνθήκες κάτω από τις οποίες γινόταν οι εκπομπές ήταν εξαιρετικά δυσχερής. Μηχανήματα απαρχαιωμένα, πομποί ιδιοκατασκευές με μεράκι από τους συνεργάτες μας, πικάπ τα οποία σταματούσαμε με τα χέρια για να ξεκινήσει το τραγούδι μετά την πρόζα και διάφορα τέτοια. Όμως επικρατούσε τέτοιο μεράκι, κέφι, ζωντάνια και γνώση του αντικειμένου (της ξένης μουσικής) που αμέσως ο σταθμός αγαπήθηκε από το κοινό όλης της γύρω περιοχής, άρτας, φιλιππιάδας, πρέβεζας, αμφιλοχίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι 20 χρόνια αργότερα υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν με ενδιαφέρον και νοσταλγία για την εκπομπή Βόλτες στο κόσμο του Βινυλίου, που σάρωνε κυριολεκτικά. Να σας πω μόνο ότι σε ένα διαγωνισμό εκείνης της εποχής ζητούσαμε από τους ακροατές να έρθουν με μια απόδειξη αγοράς στα χέρια τους από το κατάστημα που ήταν χορηγός της εκπομπής. Όποιος ερχόταν πρώτος θα κέρδιζε ένα μπουφάν μάρκας Replay δώρο του χορηγού. Αποτέλεσμα ήταν να γίνει πραγματική συγκέντρωση στην πλατεία Κιλκίς. Μαζεύτηκαν πάνω από 2000 ακροατές οι οποίοι προκάλεσαν κομφούζιο και φυσικά ήρθε η αστυνομία να ρυθμίσει την κυκλοφορία.

Το ραδιόφωνο τότε είχε τρομερή δύναμη και ο κόσμος το πίστευε σαν μέσο. Κάποια άλλη στιγμή – δεν είναι του παρόντος – θα σας μεταφέρω στιγμές ραδιοπειρατών από την Φιλιππιάδα. Ευτυχώς συμμετείχα σε κάποιες προσπάθειες εκείνης της εποχής, από το 1984 με τον λαμπάτο σταθμό του Σπύρου Χρόνη στην Παλιά Φιλιππιάδα μέχρι το 1989 και τον εναλλακτικό σταθμό των αδερφών Τσακαγιάννη.

Κατά το τέλος της πρώτης διετίας της ελεύθερης ραδιοφωνίας, τα ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας της ελληνικής ραδιοφωνίας ήταν οι κρατικές ραδιοφωνικές υπηρεσίες (ΕΡΑ), οι δημοτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί, και οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί εκδοτών εφημερίδων. Την ίδια περίοδο οι ραδιοερασιτέχνες, οι μόνοι που πραγματικά ασκούσαν «ελεύθερη ραδιοφωνία», μάχονταν για να τους επιτραπεί να συμμετάσχουν. Η συνεχής εξέλιξη των ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών χωρίς μεγάλη επίβλεψη από το κράτος είχε οδηγήσει στην απελευθέρωση των ραδιοφωνικών κυμάτων καθώς επίσης και σε τρομερά μεγάλα τεχνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα. Πέρα από όλα τα προβλήματα, εντούτοις, η «ελεύθερη ραδιοφωνία», ως κίνηση, ήταν δημοφιλής. Σπινθήριζε πολιτικές και φιλοσοφικές συζητήσεις, και ήταν πολυσυζητημένο στα μέσα. Αν και πολλοί ένιωθαν ότι αυτή η χαοτική κατάσταση της ελληνικής ραδιοφωνίας ήταν προσωρινή, υπήρχε και η αίσθηση ότι «τίποτα δεν είναι πιο μόνιμο από το προσωρινό». Στο μεταξύ, η ιδιωτικοποίηση του ραδιοφώνου άνοιξε την όρεξη του κόσμου για περισσότερες επιλογές και στα προγράμματα της τηλεόρασης.
Σε λίγες ημέρες το τρίτο και τελευταίο μέρος!
Σημειώσεις:
Θ. Ζαχαρόπουλου - Μ. Παράσχου: Mass Media in Greece
Δημήτρης Ψυχογιός : Μέσα Επικοινωνίας
Γιώργος Κολοβάτσιος