Κυριακή, 5 Αυγούστου 2007

Η ιστορία της ραδιοτηλεόρασης στην Ελλάδα!(Μέρος τρίτο και τελευταίο)

Η ιδιωτική τηλεόραση

Αρχικά, η εναλλακτική λύση στα δύο ελληνικά τηλεοπτικά κανάλια ήταν το βίντεο. Από το 1982 έως το 1987 υπήρξε μια αύξηση της τάξεως του 900% στον αριθμό των βίντεο στην Ελλάδα, και περισσότερα από 40% των ελληνικών νοικοκυριών κατείχαν ένα. Μέχρι το 1987 περισσότερα από 2.000 βιντεολέσχες (βιντεοκλάμπ) άνοιξαν σε όλη την χώρα. Αυτή η ζήτηση για ενοικιάσεις βιντεοκασετών είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη δημιουργία βιομηχανίας ελληνικών παραγωγών, αλλά και σοβαρή πειρατεία βιντεοκασετών. Θεωρείται ότι το 1988 η βιντεοπειρατεία ήταν επιχείρηση με τζίρο 6 δισ. δρχ.. Αυτήν την περίοδο υπήρχαν περισσότερες από 200 νόμιμες εταιρείες παραγωγής ταινιών βίντεο, ενώ ο αριθμός των βίντεο κλαμπς είχε αυξηθεί στα 2.500.

Εντούτοις, η δορυφορική τηλεόραση έγινε σύντομα η νέα εναλλακτική λύση στο πρόγραμμα της ΕΡΤ και στις ενοικιάσεις βιντεοκασετών, προκαλώντας 30% πτώση στις βιντεοενοικιάσεις και το κλείσιμο πολλών μικρών βιντεοκλάμπ. Με το που τα πολιτικά κόμματα συνειδητοποίησαν τα κέρδη που θα μπορούσαν να έχουν από τη δυσαρέσκεια του κοινού για την τηλεόραση της ΕΡΤ, άρχισαν να εξετάζουν τρόπους για να εκμεταλλευτούν την κατάσταση. Τον Οκτώβριο του 1987 ο δήμαρχος του Πειραιά, Ανδρέας Ανδριανόπουλος, εγκατέστησε μια δορυφορική κεραία σε πλατεία της πόλης για να επιδείξει τη δορυφορική τηλεόραση στους κατοίκους της πόλης.

Τον Νοέμβριο 1987, λιγότερο από 6 μήνες μετά την εισαγωγή του δημοτικού ραδιοφώνου στην Θεσσαλονίκη, ο δήμαρχος Σωτήρης Κούβελας ανακοίνωσε την πρόθεσή του να κατασκευάσει δημοτικό τηλεοπτικό κανάλι που θα αναμετάδιδε επίσης δορυφορικά κανάλια. Ο Σ. Κούβελας είπε ότι ο πρωθυπουργός δεν θα έπρεπε να είναι ο μόνος που λαμβάνει δορυφορικά κανάλια, αναφερόμενος στην χρήση δορυφορικής κεραίας από τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Παρ’ όλα αυτά, το ΠΑΣΟΚ επέμενε να αρνείται να επιτρέψει την εισαγωγή της δορυφορικής τηλεόρασης. Ακόμα αρνήθηκε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα δορυφορικής τηλεόρασης «Europa» της Ευρωπαϊκής Κοινότητας γιατί φοβόταν «την πολιτιστική εισβολή και τεχνολογική εξάρτηση». Στην πραγματικότητα, το 1987 περισσότερα από 200 άτομα ή ομάδες στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και πολιτικών αρχηγών και ξένων πολιτιστικών ινστιτούτων, είχαν δορυφορικές κεραίες, αν και ακόμα δεν θεωρούνταν νόμιμες. Μόλις το 1988 η κυβέρνηση καθόρισε τους όρους για δορυφορική λήψη.

Η δορυφορική λήψη εισήχθηκε σε μεγάλη κλίμακα στην Αθήνα το 1987, ως ένας τρόπος να ενθαρρυνθούν οι κάτοικοι της Πλάκας να εγκαταλείψουν τις ιδωτικές τους κεραίες. Η κυβέρνηση ήθελε να διατηρήσει την παραδοσιακή εμφάνιση της Πλάκας – για να το πετύχει, όλη η περιοχή συνδέθηκε σε κεντρική κεραία, και στους κατοίκους προσφέρθηκαν δορυφορικά κανάλια πέρα από τους ελληνικούς σταθμούς. Ομοίως, το 1983 μερικοί κάτοικοι της Βόρειας Ελλάδας στην Κομοτινή και την Ξάνθη αντικατέστησαν τις δικές τους τηλεοπτικές κεραίες με καλωδιακό δίκτυο.

Τον Ιανουάριο του 1988 ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης προχώρησε στα σχέδιά του, και άρχισε την αναμετάδοση των δορυφορικών καναλιών RTL, TV-5, Super Channel, Sky και RAI-Uno. Αυτή η πράξη οδήγησε σε μακρόχρονη δικαστική διαμάχη, επειδή η ΕΡΤ είχε αποκλειστικά το δικαίωμα να εκπέμπει στην Ελλάδα – το Συμβούλιο της Επικρατείας τελικά αποφάσισε υπέρ της ΕΡΤ. Οι δορυφορικοί σταθμοί αρχικά έγιναν πολύ δημοφιλής, προκαλώντας απότομη πτώση στις βιντεο-ενοικιάσεις. Η κυβέρνηση, στο μεταξύ, έστειλε αστυνομικές δυνάμεις να γκρεμίσουν την κεραία εκπομπής του δήμου Θεσσαλονίκης, αλλά τους εμπόδισαν οι κάτοικοι της πόλης.

Λίγους μήνες αργότερα ο δήμαρχος της Αθήνας εξέδωσε νέο τελεσίγραφο: αν η κυβέρνηση δεν πρόσφερε δορυφορικά προγράμματα στους Αθηναίους μέχρι τα Χριστούγεννα του 1988, θα το έκανε αυτός. Αμέσως μετά η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα αναμετάδιδε δορυφορικά κανάλια στις ελληνικές επίγειες συχνότητες σε δέκα πόλεις, συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης. Άρχισε διαπραγματεύσεις με τα δορυφορικά κανάλια για να πάρει την άδεια τους για επίγεια ερτζιανή εκπομπή, κάτι που ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης δεν είχε κάνει.

Τον Οκτώβριο του 1988 τα πρώτα έξι τέτοια κανάλια άρχισαν να αναμεταδίδονται στην Αθήνα. Ήσαν το SAT-1 (Γερμανικό), Super Channel (Βρετανικό), CNN (Αμερικάνικο), TV-5 Γαλλικό), RAI-due (Ιταλικό) και Horizon (Σοβιετικό). Παρά τα αρχικά προβλήματα με τη λήψη, το κοινό ήταν ευχαριστημένο που είχε περισσότερες τηλεοπτικές επιλογές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια γενικευμένη μανία να σπεύσουν να εγκαταστήσουν όλοι της «καλύτερες και πιο ακριβές» τηλεοπτικές κεραίες για την καλύτερη δυνατή λήψη των δορυφορικών καναλιών. Η κυβέρνηση όμως κατάφερε να πάρει την πρωτοβουλία από την αντιπολίτευση, ενώ ταυτόχρονα απασχολούσε πολλές συχνότητες μ’ αυτά τα κανάλια και έτσι κατέστησε δύσκολη για την αντιπολίτευση την ίδρυση δικών της τηλεοπτικών καναλιών.

Η ιδιωτική τηλεόραση, εντούτοις, εθεωρείτο ακόμη από πολλούς ανέφικτη. Ο πρωθυπουργός επέμενε ότι η τηλεόραση διαφέρει από το ραδιόφωνο, και ό,τι το πολύ, η μόνη αλλαγή που ήταν πιθανό να γίνει θα ήταν ένα τρίτο κανάλι της ΕΡΤ με συμμετοχή ιδιωτικών συμφερόντων.

Παρ’ όλα αυτά, η τηλεοπτική ιδιωτικοποίηση στην Ευρώπη και οι εσωτερικές εξελίξεις, ενίσχυσαν την θέση για ίδρυση ιδιωτικών καναλιών. Η αντιπολίτευση συνέχισε την επίθεσή της κατά του κρατικού τηλεοπτικού μονοπωλίου, πρωταρχικά για αυτό που αποκαλούσε «άνιση μεταχείριση στις τηλεοπτικές ειδήσεις». Στην Αθήνα ο δήμαρχος ίδρυσε μια υπηρεσία βινετοκασσετών, οι οποίες πωλούνταν ή ενοικιάζονταν μέσω των βιντεοκλάμπ, για να διακινεί εβδομαδιαία προγράμματα, όπως «εναλλακτικές ειδήσεις», μουσική, σόου και ντοκιμαντέρ.

Την ίδια περίοδο, τα διαφημιστικά γραφεία επέμεναν ότι η ΕΡΤ δεν ικανοποιούσε την υπάρχουσα ζήτηση για τηλεοπτικά προγράμματα και διαφημιστικό χρόνο, και ζητούσαν να επιτραπεί η ιδιωτική τηλεόραση. Υπήρχαν ακόμη περιπτώσεις τηλεοπτικής πειρατείας, μια από τις οποίες αφορούσε «ελαφρές» πορνοταινίες στη συχνότητα της ΕΤ-2, μετά το τέλος του προγράμματος του σταθμού.

Στο μεταξύ, οι δήμαρχοι της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά ανακοίνωσαν ότι θα έθεταν σε λειτουργία δημοτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς στις πόλεις τους. Και οι δύο δήμαρχοι άρχισαν πειραματικές εκπομπές, αλλά η ΕΡΤ απάντησε οδηγώντας τους στα δικαστήρια για παραβίαση του μονοπωλίου της και ανακοινώνοντας σχέδια να ιδρύσει σταθμούς στην Κρήτη και στην Πάτρα. Η ΕΡΤ ακόμη προσέφερε στην πόλη του Πειραιά περισσότερη κάλυψη των δημοτικών της υποθέσεων στις ειδήσεις, και προσέφερε ένα εβδομαδιαίο πληροφοριακό πρόγραμμα στην Τοπική Διοικητική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Αττικής.

Τον Δεκέμβριο του 1988 στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, για να προλάβουν τον υπό ίδρυση δημοτικό σταθμό, άρχισε να εκπέμπει η ΕΤ-3, το τρίτο κρατικό κανάλι. Όμως ο δημοτικός σταθμός Θεσσαλονίκης άρχισε, παρ΄ όλα αυτά, να εκπέμπει τηλεοπτικό πρόγραμμα από τον Ιανουάριο του 1989, σε μια νέα πρόκληση του δημάρχου κατά της ΕΡΤ και της κυβέρνησης.

Ο δήμαρχος Πειραιώς αντιθέτως δεν ακολούθησε το παράδειγμά του: υπέβαλε αίτηση για άδεια να χρησιμοποιήσει τηλεοπτική συχνότητα. Εντούτοις, με το να μην πάρει απάντηση από την κυβέρνηση και διαπιστώνοντας ότι οι συχνότητες θα καταλαμβάνονταν σύντομα από δορυφορικα κανάλια, κατέλαβε κι αυτός μια τηλεοπτική συχνότητα για τον σταθμό του TV Plus. Αυτός ο σταθμός ήταν προσπάθεια συνεργασίας με μια ιδιωτική εταιρεία και θα εισήγαγε τη συνδρομητική τηλεόραση στην Ελλάδα. Θα λειτουργούσε έξι ώρες την ημέρα για τους συνδρομητές του, ενώ την υπόλοιπη μέρα θα εξυπηρετούσε ως δημοτικό τηλεοπτικό κανάλι τον Πειραιά.

Ο σταθμός βγήκε στον αέρα ως δημοτικό κανάλι στις 30 Δεκεμβρίου 1988, αλλά δεν εξέπεμψε περισσότερο από μια εβδομάδα. Η ΕΡΤ απάντησε όχι μόνο κάνοντας αγωγές στα δικαστήρια και προσπαθώντας να γκρεμίσει τους πομπούς του δημάρχου, αλλά και τοποθετώντας το Super Channel στη συχνότητα του TV Plus. Όταν το Super Channel αρνήθηκε να αναμεταδίδεται χωρίς να εισπράττει δικαιώματα, η ΕΡΤ τοποθέτησε την ΕΤ-3 σε αυτή τη συχνότητα, κάνοντας την έτσι διαθέσιμη στην περιοχή της Αθήνας.

Το πρόγραμμα της ΕΤ-3 περιλάμβανε παλιά προγράμματα της ΕΡΤ, καθώς και ειδήσεις, αθλητικά, και ενημερωτικές εκπομπές από τη Βόρεια Ελλάδα. Η δημιουργία της ΕΤ-3 ήταν κάτι που οι εκπρόσωποι της Βόρειας Ελλάδας απαιτούσαν από καιρό. Το πρόγραμμα του δημοτικού TV-100 διαρκούσε από τις 6 μ.μ. μέχρι τα μεσάνυχτα κάθε μέρα και περιελάμβανε ειδήσεις (αντιθετικές προς τις ειδήσεις της ΕΡΤ), φτηνές ταινίες, ελληνικές βιντεοταινίες, αθλητικά, συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου και μερικά προγράμματα που έπαιρναν από τα δορυφορικά κανάλια. Οι σταθμοί της ΕΡΤ στην Κρήτη και την Πάτρα μετέδιδαν μόνο περιφερειακές ανταποκρίσεις για το εθνικό δελτίο ειδήσεων της ΕΤ-1.

Στο μεταξύ, τον Μάρτιο του 1989, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ανακοίνωσε την πρόθεσή της να επιτρέψει την ίδρυση τρίτου σταθμού με εθνική εμβέλεια, που θα ανήκει σε ιδιώτες. Την ίδια περίοδο, ο δήμαρχος της Αθήνας διαπραγματευόταν με την Ένωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΙΗΕΑ) για να ιδρύσουν από κοινού τηλεοπτική επιχείρηση. Προβλήματα στο να συνεταιριστούν όλοι οι εκδότες δεν επέτρεψαν να υλοποιηθεί αυτό το σχέδιο, αλλά έγινε η σπίθα για επόμενες εξελίξεις, καθώς το ΠΑΣΟΚ άρχισε μυστικές διαπραγματεύσεις με μερικούς από τους εκδότες για ένα τρίτο εθνικο τηλεοπτικο κανάλι.
(Πρωτογήρου, 1989).

Πάντως, φαίνεται ότι το ΠΑΣΟΚ ήταν απρόθυμο να ολοκληρώσει τις διαδικασίες πριν από τις προγραμματισμένες εκλογές του Ιουνίου του 1989, ή πιθανότατα προσπαθούσε να πιέσει τους εκδότες να καλύψουν ευνοϊκά την προεκλογική εκστρατεία του. Έτσι ή αλλιώς, τίποτα δεν έγινε πριν τις εκλογές.
Μετά τις εκλογές του Ιουνίου 1989, στις οποίες κανένα κόμμα δεν κατάκτησε την απόλυτη πλειοψηφία, η Νέα Δημοκρατία και ο Συνασπισμός της Αριστεράς δημιούργησαν προσωρινή κυβέρνηση, για να διερευνηθούν τα καταγγελλόμενα σκάνδαλα του ΠΑΣΟΚ και για να προετοιμάσουν τις νέες εκλογές. Έναν μήνα αργότερα η προσωρινή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα παραχωρούσε άδεια τηλεοπτικού σταθμού σε δύο ομάδες εκδοτών εφημερίδων.

Η οικογένεια Βαρδινογιάννη της Μεσημβρινής, ο Γιώργος Μπόμπολας του Έθνους, ο Χρήστος Τεγόπουλος της Ελευθεροτυπίας, ο Χρήστος Λαμπράκης από το Βήμα και τα Νέα, και ο Αριστείδης Αλαφούζος της Καθημερινής, θα αποκτούσαν το Mega Channel.



Η άλλη άδεια δόθηκε στους εκδότες Άρη Βουδούρη του Ελεύθερου Τύπου, Πάνο Καραγιάννη της Απογευματινής, Χρήστο Καλογρίτσα της αριστερής εφημερίδας Πρώτη, Μάκη και Γιώργο Κουρή της Αυριανής και Μίνω Κυριακού, έναν εφοπλιστή που ήθελε να δημιουργήσει δικό του σταθμό αλλά η πρότασή του είχε απορριφθεί από την κυβέρνηση. Η δεύτερη ομάδα θα δημιουργούσε τη Νέα Τηλεόραση (210/2-2 Δεκ. 1989). Εντούτοις, τα σχέδια αυτής της ομάδας για τηλεοπτικό σταθμό δεν υλοποιήθηκαν, αν και της είχε παραχωρηθεί προσωρινή άδεια.

Παρ’ όλα αυτά, οι εκδότες της φιλικής προς το ΠΑΣΟΚ Αυριανής δημιούργησαν τον δικό τους σταθμό (Κανάλι 29), ενώ ο Μ. Κυριακού έκανε επίσης σχέδια να ιδρύσει σταθμό. Φαίνεται ότι η ιδιωτική τηλεόραση θα εισαγόταν στην Ελλάδα με τον ίδιο
τρόπο που είχε εισαχθεί και το ραδιόφωνο.

Τον Σεπτέμβριο του 1989, καθώς η χώρα ετοιμαζόταν για νέες εκλογές, το Υπουργικό Συμβούλιο ψήφισε να δώσει στην εταιρεία Τηλέτυπος Α.Ε., άδεια για να λειτουργήσει το «Μέγα» στο κανάλι 7 στην Αθήνα, όπως αποδέχθηκε το Υπουργειο Μεταφορών και Επικοινωνιών.

Το Μέγα βγήκε στον αέρα στις 20 Νοεμβρίου 1989, με προσωρινή άδεια (19710/2-20 Αυγ. 1988), ενώ το Κανάλι 29 της Αυριανής βγήκε επίσης στον αέρα, χωρίς άδεια, για να υποστηρίξει το ΠΑΣΟΚ το οποίο είχε περάσει στην αντιπολίτευση. Ομοίως, ο δήμος Καλαμαριάς στην Θεσσαλονίκη, του οποίου οι αρχές ήσαν προσκείμενες στο ΠΑΣΟΚ, ίδρυσε το δικό του κανάλι, το Αργώ-TV σε αντίθεση προς το TV-100, που ελεγχόταν από τις νεοδημοκρατικές τοπικές αρχές της Θεσσαλονίκης.

Μέχρι το τέλος του 1989 είχαν αρχίσει να εκπέμπουν και άλλοι τηλεοπτικοί σταθμοί, συμπεριλαμβανομένου και του πειραιώτικου TV-PLUS, το οποίο ξανάρχισε η λειτουργία του τον Αύγουστο του 1989. Ο Αντέννα TV του Μ. Κυριακού, βγήκε στον αέρα στις 31 Δεκεμβρίου 1989, με την υποστήριξη της οικουμενικής κυβέρνησης που είχαν δημιουργήσει και τα τρία κόμματα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Συνασπισμός), αφού και στις εκλογές του Νοεμβρίου 1989 (όπως και σε αυτές που είχαν προηγηθεί τον Ιούνιο του ’89) κανένα δεν είχε κατακτήσει την απόλυτη πλειοψηφία. Από όλους τους τηλεοπτικούς σταθμούς, μόνο στο Mega είχε παραχωρηθεί (προσωρινή) άδεια.

Νέες εκλογές προγραμματίζονταν για τον Απρίλιο του 1990 αλλά πριν από αυτές τις εκλογές η οικουμενική κυβέρνηση κατάφερε να θέσει σε εφαρμογή έναν νέο τηλεοπτικό νόμο που καθιέρωνε το πλαίσιο λειτουργίας των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, ενισχύοντας έτσι τις ελπίδες του κοινού για μια δημιουργική χρήση των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων.

Σημειώσεις

Θ. Ζαχαρόπουλου- Μ. Παράσχου : Mass Media in Greece
Δημήτρης Ψυχογιός - Μέσα επικοιωνίας
Γιώργος Κολοβάτσιος