Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2007

Η ιστορία της ραδιοτηλεόρασης στην Ελλάδα!(Μέρος πρώτο)

Τις προηγούμενες ημέρες η κυβέρνηση έφερε προς κύρωση στην βουλή το νομοσχέδιο για την συγκέντρωση των μέσων. Είναι χαρακτηριστικό ότι χρόνια ολόκληρα μετά την ίδρυση της ιδιωτικής τηλεόρασης ακόμη δεν έχει ξεκαθαρίσει το τοπίο κυρίως σε σχέση με τις άδειες σε αθήνα και περιφέρεια. Το τι φέρνει το νέο νομοσχέδιο θα το αναλύσουμε σε άλλο άρθρο. Σήμερα και σε μερικές συνέχειες θα ασχοληθούμε διεξοδικά με την ιστορία της ραδιοτηλεόρασης στην χώρας μας. Θα καταλάβετε πολλά πράγματα και το κυριότερο θα βγάλετε μόνοι σας τα συμπεράσματά σας για το τι σημαίνει ραδιοφωνία και τηλεόραση στην Ελλάδα.

Πρώτες μέρες

Στην Ελλάδα, όπως συνέβη και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, η ραδιοφωνία ξεκίνησε δειλά την δεκαετία του 20΄.Την εποχή που στην χώρα μας ακόμη πειραματιζόμασταν στις ΗΠΑ υπήρχαν περισσότεροι από 500 σταθμοί. Την 1η Μαρτίου 1922, όταν η Ελλάδα είχε εμπλακεί στη μικρασιατική εκστρατεία, ο Κώστας Πετρόπουλος, καθηγητής φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, επέδειξε ένα ολοκληρωμένο σύστημα ραδιοφωνικής λήψης στην Εταιρεία Φυσικών Επιστημών.
Ένα χρόνο αργότερα, το πρώτο πείραμα ραδιοφωνικής μετάδοσης στην Ελλάδα έγινε στον σταθμό Βοτανικού της Διεύθυνσης Ραδιοηλεκτρικής Υπηρεσίας Ναυτικού (ΔΡΥΝ) στην Αθήνα, χρησιμοποιώντας έναν πομπό 200 Βατ. Αυτά τα πρώτα πειράματα διήρκεσαν μόνο μερικές εβδομάδες και έγιναν με μηχανήματα κατασκευασμένα από τη σουηδική εταιρεία.
Swensa Radio Aktiebolaget («Ραδιοφωνία», 1956, σελ. 572).

Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο χρόνων, έγιναν κι άλλες πειραματικές μεταδόσεις στην Αθήνα, στη σχολή Μεγαρέως, που ήταν η πρώτη σχολή στην Ελλάδα που προσέφερε σπουδές ραδιοφώνου και ηλεκτρονικών. Αυτές οι εκπομπές γίνονταν από ερασιτέχνες που ίδρυσαν την Ένωση Ελλήνων Ερασιτεχνών Ασυρμάτου. Οι εκπομπές διαφημίστηκαν στις εφημερίδες με αποτέλεσμα διάφοροι ν’ αρχίσουν να φτιάχνουν μόνοι τους ή να αγοράζουν δέκτες για να τις ακούν ή για να «πιάνουν» ξένους σταθμούς.
Το Υπουργείο Ναυτικών, το οποίο ήταν αρμόδιο για την ραδιοφωνία μεταξύ 1921 και 1926, παραχωρούσε άδειες λήψης έναντι 500 δραχμών. Η εγκατάσταση εξωτερικής κεραίας απαγορευόταν, και επιτρεπόταν μόνο μια εσωτερική κεραία σε κάθε σπίτι. Φαίνεται ότι η κυβέρνηση ήθελε να αποθαρρύνει την εξάπλωση της ραδιοφωνίας, μέχρις ότου αποκτήσει ολοκληρωτικό έλεγχο πάνω της. Επιπλέον, στη Βόρεια Ελλάδα δεν επιτρεπόταν η κατοχή δεκτών μέχρι το 1928.
(«Ραδιοφωνία», 1956, σελ. 572).

Το 1926, στο Υπουργείο Συγκοινωνίας, αρμόδιο για τα Ταχυδρομεία, τον Τηλέγραφο και την τηλεφωνία, ιδρύθηκε ειδική Ράδιο-ηλεκτρική Υπηρεσία για να αναλάβει τον έλεγχο των ραδιοφωνικών εκπομπών. Το Υπουργείο πραγματοποίησε αργότερα περιοδικές μεταδόσεις από τον Πειραιά για το Λιμενικό Σώμα και μετέδιδε εκκλησιαστικές λειτουργίες για τους ασθενείς νοσοκομείων
(Emery, 1969, 572).

Ο πρώτος σταθμός που μετέδωσε κανονικά προγράμματα ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη το 1928 από τον Χρήστο Τσιγγιρίδη, ο οποίος είχε ζήσει στη Γερμανία αρκετά χρόνια και είχε σπουδάσει ηλεκτρονική στο Πανεπιστήμιο της Στουτγάρδης. Γυρίζοντας στην Ελλάδα, ο Τσιγγιρίδης είχε φέρει μαζί του όλα τα αναγκαία εξαρτήματα που χρειάζονταν για να φτιάξει πομπό. Λειτούργησε τον σταθμό του από στούντιο που έχτισε στον χώρο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Ο σταθμός του είχε πομπό ισχύος 4,5 KW (κιλοβάτ) και εξέπεμπε σε συχνότητα μεσαίων κυμάτων (218,5 kHz), με κεραία ύψους 45 μέτρων.
(Κεσσίσογλου, 1962, σελ. 20).

Τα πρώτα προγράμματα του σταθμού περιελάμβαναν μουσική, ειδήσεις, συνεντεύξεις, διαλέξεις από καθηγητές και περιστασιακά σχόλια από τον ίδιο τον Τσιγγιρίδη. Σε αυτό το πρώτο στάδιο, χρηματοδοτούσε τις λειτουργίες του σταθμού από τις δικές του οικονομίες, και χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να αρχίσει να έχει κέρδη από τον αυξανόμενο αριθμό των διαφημίσεων.
Το 1929 η κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου άρχισε να κάνει κάποιες προσπάθειες για να αναπτυχθεί η ραδιοφωνία. Ξεκίνησε τις διαδικασίες με το να ζητήσει προσφορές για την εγκατάσταση πομπού που θα εξυπηρετούσε ολόκληρη τη χώρα. Η χαμηλότερη προσφορά προήλθε από κάποιον Ηρακλή Δημητριάδη, που πρότεινε να αναλάβει την εγκατάσταση και λειτουργία πομπού Marconi ισχύος 12 KW (κιλοβάτ) και να χρεώνει κάθε ιδιοκτήτη ραδιοφωνικού δέκτη 1 δραχμή την ημέρα. Αυτή η συμφωνία κατέρρευσε αργότερα, λόγω διαφωνιών μεταξύ του Δημητριάδη και της κυβέρνησης. Μια παρόμοια συμφωνία έγινε το 1930 με τον Εμμανουήλ Μάρκογλου η οποία αργότερα ακυρώθηκε από την κυβέρνηση.
(Χατζηδούλης, 1988, Μάιος 27).

Παρ’ όλα αυτά, συνεχίστηκαν να γίνονται για μερικά ακόμα χρόνια πειραματικές μεταδόσεις από τον Όμιλο Φίλων Ασύρματου που ιδρύθηκε το 1927 (Τριανταφυλλόπουλος, 1987). Ο Όμιλος οργάνωσε σεμινάριο για την τεχνολογία του ραδιοφώνου το 1930 που περιελάμβανε και τη ραδιοφωνική εκπομπή της εναρκτήριας ομιλίας που απηύθυνε στο σεμινάριο ο υπουργός Συγκοινωνίας (Χατζηδούλης, 1988, 1η Ιουλίου). Υπήρχαν μόνο μερικοί χιλιάδες ραδιοφωνικοί δέκτες στην Ελλάδα την εποχή εκείνη, που συντονίζονταν στους παραπάνω σταθμούς και στα προγράμματα στην ελληνική γλώσσα που εκπέμπονταν από την Ιταλία. Το κόστος ενός δέκτη ήταν περίπου 8.000 δραχμές, απαγορευτικό για τον μέσο πολίτη.
(Χατζηδούλης, 1988, 23 Μαΐου).

Το 1936 η δικτατορία του Ι. Μεταξά αποφάσισε να δημιουργήσει κρατικό ραδιοφωνικό σύστημα. Για τον Μεταξά, η ίδρυση ελληνικού ραδιοφωνικού δικτύου δεν ήταν μόνο ζήτημα εθνικής υπερηφάνειας, αλλά και μέσο για την «εκπαίδευση» της ελληνικής κοινωνίας. Η έντονη συμπάθειά του για το γερμανικό «Τρίτο Ράιχ» είχε ως αποτέλεσμα σημαντική γερμανική διείσδυση στην ελληνική οικονομία. Στο πλαίσιο αυτής της διείσδυσης, το 1936 η κυβέρνηση υπέγραψε συμβόλαιο με τη γερμανική εταιρεία Telefunken για την κατασκευή ενός πομπού μεσαίων κυμάτων ισχύος 100 W (Watt, βατ) στη Θεσσαλονίκη, ενός πομπού βραχέων κυμάτων 5 kW στην Κέρκυρα, και ενός πομπού επίσης βραχέων ισχύος 20 kW στην Αθήνα. Το συμβόλαιο γρήγορα ακυρώθηκε, αλλά αντικαταστάθηκε από ένα νέο συμβόλαιο με το οποίο η Telefunken θα εγκαθιστούσε πομπό μεσαίων κυμάτων ισχύος 15 kW στα Λιόσια.
(Κεσσίσογλου, 1962, σελ. 18).

Στις 25 Μαρτίου 1938, η Ελλάδα ήταν μια από τις τελευταίες ευρωπαϊκές χώρες που απέκτησε εθνικό ραδιοφωνικό σταθμό με τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ να τον εγκαινιάζει (εκφωνώντας μέσω του σταθμού το διάγγελμα για την εθνική γιορτή). Κανονικό πρόγραμα, με μουσική από τη συμφωνική ορχήστρα του σταθμού, χορωδία, ειδήσεις, και κλασική μουσική, άρχισε να μεταδίδεται στις 21 Μαΐου 1938.
(Χατζηδούλης, 1988, 21 Μαΐου).


Το 1938 η κυβέρνηση ίδρυσε την Υπηρεσία Ραδιοφωνικών Εκπομπών που ανέλαβε την ευθύνη λειτουργία του σταθμού, η οποία ανήκε στο υπουργείο Τύπου και Τουρισμού. Όμως ο έλεγχος γενικά των τηλεπικοινωνιών ήταν υπό την ευθύνη του υπουργείου Συγκοινωνιών.
Μερικούς μήνες αργότερα, ένα άλλο συμβόλαιο υπογράφηκε με την Telefunken για να αυξηθεί η ισχύς του εθνικού σταθμού από 15 σε 70 kW, αλλά η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας ανέβαλε το σχέδιο. Κατά τη διάρκεια των πρώτων σταδίων του πολέμου, οι δύο υπάρχοντες σταθμοί (Αθηνών-Θεσσαλονίκης) μετέφεραν νέα από το μέτωπο και προσπαθούσαν να ανεβάσουν το ηθικό των στρατιωτών και του λαού.
(Κεσσίσογλου, 1962, σελ. 21).

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής (1941-1944), δεν υπήρξε καμιά επέκταση του δικτύου. Οι δυνάμεις κατοχής διέλυσαν το υπουργείο Τύπου και Τουρισμού και ίδρυσαν την Ανώνυμη Ελληνική Ραδιοφωνική Εταιρεία (ΑΕΡΕ) που ανέλαβε τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις. Την ίδια περίοδο η Υπηρεσία Λογοκρισίας, με έδρα τη γερμανική πρεσβεία, επέβλεπε τις ειδικές προπαγανδιστικές εκπομπές.(«Ραδιοφωνία», 1956, σελ. 572).

Οι δυνάμεις κατοχής υποχρέωσαν επιπλέον όλους τους ιδιοκτήτες ραδιοφώνων μέσα και γύρω από την Αθήνα να δηλώσουν τις συσκευές τους. Οι συσκευές «σφραγίστηκαν» με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να πιάνουν μόνο τον εθνικό σταθμό των Αθηνών –τον οποίο οι γερμανικές δυνάμεις έλεγχαν. Αλλά ραδιοφωνικές συσκευές υπήρχαν σε όλη τη χώρα και επανειλλημένα εκδόθηκαν διαταγές να παραδωθούν τα ραδιόφωνα, επί ποινή ισόβιας φυλάκισης ή και ακόμη και θανάτου.
(Κεσσίσογλου, 1962, σελ. 22).

Στόχος ήταν να απομονωθούν οι Έλληνες από τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά πολλοί κράτησαν τα ραδιόφωνά τους κρυμμένα –μερικοί έφθασαν να τα θάψουν στην αυλή τους– και πολλοί συχνά άκουγαν την ελληνική εκπομπή του BBC «Εδώ Λονδίνο».
Οι Γερμανοί ήθελαν να χρησιμοποιήσουν του δύο ελληνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς για προπαγάνδα και για να ψυχαγωγήσουν τις στρατιωτικές δυνάμεις τους. Τους ήταν πολύ εύκολο να χειριστούν τον γερμανικής κατασκευής σταθμό της Αθήνας, αλλά ο σταθμός του Τσιγγιρίδη στη Θεσσαλονίκη είχε κατασκευαστεί από τον ίδιο τον Τσιγγιρίδη και έμοιαζε «πραγματικό χάος» .
(Κεσσίσογλου, 1962, σελ. 27).

Οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να καλέσουν τον Τσιγγιρίδη να θέσει σε λειτουργία τον σταθμό. Ο Τσιγγιρίδης σαμποτάριζε συνέχεια τις γερμανικές μεταδόσεις προσποιούμενος βλάβες στα μηχανήματα και συχνά κλείνοντας τον σταθμό επειδή, υποτίθεται, χρειαζόταν επισκευές. Οι Γερμανοί φυλάκισαν τον Τσιγγιρίδη και προσπάθησαν να δουλέψουν στον σταθμό μόνοι τους. Ανίκανοι να το πετύχουν, έφεραν ξανά πίσω τον Τσιγγιρίδη, τοποθέτησαν κι έναν από τους μηχανικούς τους μαζί του για να μάθει να χειρίζεται τον σταθμό, κι επίσης κατέγραφαν κάθε κίνησή του μέσα στο σταθμό. Γνωρίζοντάς το, ο Τσιγγιρίδης συνέχεια έκανε άσχετες συνδέσεις, και οι Γερμανοί ποτέ δεν κατάφεραν να κάνουν τον σταθμό να λειτουργήσει. Τελικά, επέτρεψαν στον Τσιγγιρίδη να διοικεί τον σταθμό αν και συνέχισε να τον κλείνει για «απαραίτητες επισκευές». Οι γερμανικές δυνάμεις τελικά κατασκεύασαν δικό τους στθαμό 20 kW στη Θεσσαλονίκη.
(Κεσσίσογλου, 1962, σελ. 25).

Αποχωρώντας από την Ελλάδα στις 12 Οκτωβρίου 1944, οι γερμανικές δυνάμεις προσπάθησαν να καταστρέψουν τον εθνικό σταθμό με ωρολογιακές βόμβες, αλλά τα σχέδιά τους ανακαλύφθηκαν από τους τεχνικούς ραδιοφώνου και την ελληνική αντίσταση, και οι βόμβες εν μέρει εξουδετερώθηκαν πριν εκραγούν. Στις 20 Οκτωβρίου, δύο μέρες μετά την επιστροφή της ελληνικής κυβέρνησης από την εξορία, ο σταθμός ξανάρχισε να εκπέμπει κανονικά.
(«Ραδιοφωνία», 1956, σελ. 572).

Οι Γερμανοί όμως προξένησαν εξαιρετικά μεγάλες ζημιές στον σταθμό του Τσιγγιρίδη, και πήραν μαζί τους τα μηχανήματα του δικού τους σταθμού. Ο σταθμός του Τσιγγιρίδη ξαναβγήκε «στον αέρα» τον Σεπτέμβριο του 1945. (Κεσσίσογλου, 1962, σελ. 26).
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 ο εθνικός ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών λειτουργούσε υπό καθεστώς λογοκρισίας και εξέπεμπε κυρίως τα βράδια. Το πρόγραμμά του περιελάμβανε ειδήσεις, παιδικές εκπομπές, κλασική και σύγχρονη ελληνική και ξένη μουσική, εκκλησιαστικές λειτουργίες, καθώς και εκπαιδευτικά προγράμματα που απευθύνονταν σε γυναίκες, αγρότες και άλλες κοινωνικές ομάδες. (Κωτσάκη, 1988).

Μετά τον πόλεμο

Στο πλαίσιο της γενικότερης μεταπολεμικής ανασυγκρότησης της χώρας, η ελληνική κυβέρνηση το 1945 αποφάσισε να αναδιοργανώσει και να αναπτύξει τη ραδιοφωνία. Με τον νόμο 1755/1945 ιδρύθηκε το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) που το διοικούσε συμβούλιο διορισμένο από την κυβέρνηση και υπαγόταν στο Υπουργείο Προεδρίας. Το ΕΙΡ ανέλαβε όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της ΑΕΡΕ και είχε το μονοπώλιο των ραδιοφωνικών εκπομπών στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα υπήρχε ένας μόνο ραδιοφωνικός σταθμός με κανονικά προγράμματα που ανήκε στο κράτος και ο σταθμός που ανήκε στον Τσιγγιρίδη. Το ΕΙΡ δοκίμασε να πιέσει τον Τσιγγιρίδη να εκπέμπει με το εθνικό σήμα, και όταν αρνήθηκε του έκλεισαν το σταθμό.
(«Ραδιοφωνικός Σταθμος», 1945).

Φαίνεται ότι η κυβέρνηση ήθελε ολοκληρωτικό έλεγχο αυτού του σημαντικού εργαλείου γιατί θα μπορούσε να παίξει ρόλο στην έκβαση του εμφύλιου πολέμου.
Το ΕΙΡ τότε προχώρησε στην δημιουργία δικού του σταθμού στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1947. Ο σταθμός είχε πολύ μικρή ισχύ, και το σήμα του λαμβανόταν μόνο μέσα και γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Έτσι, το 1947, όταν ο Τσιγγιρίδης πέθανε, το ΕΙΡ διέθετε δυο μόνο σταθμούς στην Ελλάδα, με τρία στούντιο στο Ζάππειο, φτωχά εξοπλισμένα με πεπαλαιωμένα μηχανήματα. Επειδή οι σταθμοί δεν είχαν έσοδα από διαφημίσεις, το ΕΙΡ εχρηματοδοτείτο από την εισφορά που πλήρωναν οι κάτοχοι ραδιοφώνων, που υπολογίζονται σε 40.000 περίπου.
(Unesco, 1947, σελ. 123).


Το 1948, καθώς η οικονομική κατάσταση βελτιωνόταν, ένας πομπός βραχέων κυμάτων 7,5 kW εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και έγινε εισαγωγή μηχανημάτων λήψης και ανταλλακτικών αξίας 50.000 δολλαρίων. (Κεσσίσογλου, 1962, σελ. 29).
Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 η δημιουργία ραδιοφωνικών σταθμών άρχισε να επιταχύνεται. Σταθμοί κατασκευάστηκαν όχι μόνο από το ΕΙΡ αλλά επίσης και από ιδιωτικά συμφέροντα και από τις ένοπλες δυνάμεις. Ο σταθμός των ενόπλων δυνάμεων άρχισε σαν πειραματικός σταθμός από στρατιώτες για τη δική τους διασκέδαση κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου.
(McDonald, 1983, σελ. 164).

Άλλοι σταθμοί των ενόπλων δυνάμεων κατασκευάστηκαν με τη βοήθεια του Αμερικανικού Πενταγώνου το 1949, όταν με τον νόμο 968/1949 ιδρύθηκε ο Κεντρικός Ραδιοφωνικός Σταθμός Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδος (που ονομαζόταν στην τρέχουσα «το Ενόπλων Δυνάμεων» ή απλώς «το Ενόπλων», κατ’ αναλογίαν προς «το ΕΙΡ»). Μέχρι το τέλος του 1949 λειτουργούσαν πέντε αντίστοιχοι στρατιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί, υπό τον έλεγχο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.
(McDonald, 1983, σελ. 164).

Οι σταθμοί των ενόπλων δυνάμεων ιδρύθηκαν για να «διαφωτίσουν» κατοίκους της Βόρειας Ελλάδας για τους κινδύνους του κομμουνισμού κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εμφύλια αντιπαράθεση, βοήθησαν την ελληνικη κυβέρνηση κατασκευάζοντας δυο ραδιοφωνικούς σταθμούς που εξέπεμπαν προγράμματα της Φωνής της Αμερικής (VOA) μέρος της ημέρας και προγράμματα της ελληνικής κυβέρνησης το υπόλοιπο της ημέρας.
(«Νέο Ραδιόφωνο των ΗΠΑ», 1949).

Αυτοί οι σταθμοί παρέμειναν και επεκτάθηκαν ακόμη και όταν πια άμεσος (κομμουνιστικός) κίνδυνος δεν υπήρχε. Το 1951 ο νόμος 1663/1951 νομιμοποίησε τη λειτουργία των σταθμών των Ενόπλων Δυνάμεων.
Οι εκπομπές των στρατιωτικών σταθμών απευθύνονταν όχι μόνο προς τις ένοπλες δυνάμεις αλλά και προς το γενικό κοινό. Τα προγράμματά τους χρηματοδοτούνταν από στρατιωτικά κονδύλια (τον προϋπολογισμό του ΥΕΘΑ) και από διαφημιστικά έσοδα. Η ενίσχυση των δραστηριοτήτων των στρατιωτικών ραδιοσταθμών από τις Ηνωμένες Πολιτείες επεκτάθηκε περαιτέρω με τη δωρεά δεκτών σε χωριά, έτσι ώστε οι χωρικοί «να εφοδιαστούν με επιχειρήματα για να αντιμετωπίσουν τη στατιαστική προπαγάνδα των κομμουνιστών πρακτόρων και, στις περιοχές κοντά στα βόρεια σύνορα, να αντικρούσουν τις πληροφορίες που στέλνει πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα το ελεγχόμενο από τους σοβιετικούς ραδιόφωνο».
(Sadgwich, 1953).

Επειδή οι σταθμοί των ενόπλων δυνάμεων διεύρυναν τη δημοτικότητά τους, το ΕΙΡ ίδρυσε νέα υπηρεσία το 1952, το Δεύτερο Πρόγραμμα, για να μεταδίδει εκπομπές παρόμοιες μ’ αυτές των σταθμών των ενόπλων δυνάμεων. Το Δεύτερο Πρόγραμμα μετέδιδε διαφημίσεις και προγράμματα με δημοφιλή μουσική –σε αντίθεση με τον πιο σοβαρό προσανατολισμό του Πρώτου Προγράμματος, το οποίο μετέδιδε ειδήσεις, πληροφορίες, εκπαιδευτικά και καλλιτεχνικά προγράμματα, αλλά όχι διαφημίσεις. Έτσι ή αλλιώς, όλοι οι σταθμοί από το 1946 έως το 1953, είτε στρατιωτικοί είτε πολιτικοί, λειτουργούσαν υπό καθεστώς αυστηρής προληπτικής λογοκρισίας, που τον ασκούσε η κυβέρνηση βάσει του νόμου 818/1946.
(McDonald, 1983, σελ. 162).

Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, άρχισαν να εμφανίζονται ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί. Ο πρώτος τέτοιος σταθμός βγήκε στον αέρα το 1950 και λειτουργούσε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Αυτός ο σταθμός δεν έζησε πολύ, αλλά άλλοι ιδιωτικοί σταθμοί ιδρύθηκαν το 1952. Το ΕΙΡ δεν ενθάρρυνε τη δημιουργία τέτοιων σταθμών, αλλά και δεν προσπάθησε να τους σταματήσει, προφανώς γιατί οι περισσότεροι από αυτούς είχαν μικρή ισχύ και ήσαν μακριά από την Αθήνα. Αυτοί οι σταθμοί χρηματοδοτούνταν από διαφημίσεις.
(Κεσσίσογλου, 1962, σελ. 39).

Μετά την ψήφιση του συντάγματος του 1952, το κοινοβούλιο ψήφισε και τον νόμο 2312/1953, με τον οποίο το ΕΙΡ απόκτησε εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας, παραχωρώντας του ξανά το μονοπώλιο των ραδιοφωνικών εκπομπών, αν και οι σταθμοί των Ενόπλων Δυνάμεων δεν επηρεάζονταν. Ενώ τα προγράμματα και η λειτουργία της ήταν κάτω από τον έλεγχο του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως, και οι τεχνικές λειτουργίες κάτω από τον έλεγχο του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνικων, το ΕΙΡ, ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, ήταν διοικητικά και οικονομικά αυτόνομο. Αυτό το μοντέλο παρέμεινε σε λειτουργία για μερικά χρόνια, και μερικά από αυτό στοιχεία παραμένουν και σήμερα.
Το άρθρο 2 του νέου νόμου έδωσε στο ΕΙΡ το δικαίωμα να διατηρήσει και να εκμεταλλευτεί όλα τα τεχνικά μέσα για εκπομπή προγραμμάτων στο εσωτερικό και εξωτερικό. Το άρθρο 3 προέβλεπε τη δημιουργία εννεαμελούς Δ.Σ. Στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου περιλαμβάνονταν δημόσιοι υπάλληλοι και ιδιώτες που διορίζονταν από τον υπουργό Προεδρίας. Ο γενικός διευθυντής του ΕΙΡ διοριζόταν από το υπουργικό συμβούλιο με εισήγηση του υπουργού Προεδρίας. Μεταξύ του 1945 και 1965 υπήρξαν 22 γενικοί διευθυντές στο ΕΙΡ.
(McDonald, 1983, σελ. 162).

Τον Σεπτέμβριο του 1954 ιδρύθηκε το Τρίτο Πρόγραμμα του ΕΙΡ, με πρότυπο το Τρίτο πρόγραμμα του BBC, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην κλασική μουσική αλλά λειτουργώντας μόνο λίγες ώρες κάθε μέρα. Η πολιτική σταθερότητα και η οικονομική ανάκαμψη της δεκαετίας του 1950 και των αρχών της δεκαετίας του 1960, που επέτρεψε στην Ελλάδα να αναπτυχθεί οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά, έδωσε επίσης τη δυνατότητα να αυξηθεί και ο αριθμός των ραδιοφωνικών σταθμών. Μέχρι το 1961 υπήρχαν πέντε ιδιωτικοί και δώδεκα σταθμοί του ΕΙΡ. υπήρχαν επίσης και δώδεκα ραδιοφωνικοί σταθμοί των ενόπλων δυνάμεων, που λειτουργούσαν κυρίως στην Βόρειο Ελλάδα. Οι σταθμοί των Ενόπλων, είχαν μικρότερη ισχύ και κάλυπταν πολύ λιγότερη έκταση απ’ ότι οι εθνικοί σταθμοί.

Τα FM και η Τηλεόραση

Η τηλεόραση και η ραδιοφωνία FM έφτασε αργά στην Ελλάδα. Ιδιωτικά συμφέροντα πειραματίστηκαν με την τηλεόραση το 1953, αλλά το κράτος δεν είχε αναμιχθεί. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 το ελληνικό κράτος αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει 15 εκατομμύρια δολλάρια που του οφείλονταν από την Ιταλία ως πολεμικές επανορθώσεις για να δημιουργήσει τηλεοπτικό δίκτυο με 17 σταθμούς, αλλά λόγω των σοβαρών οικονομικών αναγκών της χώρας και των μεγάλων καταστροφών που είχαν προκληθεί από σεισμούς εκείνη την εποχή, το σχέδιο αυτό εγκαταλείφθηκε.
(Emery, 1969, σελ. 290).

Το 1960 στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης έγινε για πρώτη φορά πειραματική τηλεοπτική εκπομπή από τη ΔΕΗ, μόνο κατά τη διάρκεια της έκθεσης (Ντινόπουλος, 1987, σελ. 16). Το 1964 μια ιδιωτική εταιρεία ονομαζόμενη Τηλεόραση Βορείου Ελλάδος πήρε άδεια να μεταδίδει γεγονότα της ΔΕΘ σε περίπου 5.000 τηλεοπτικούς δέκτες που υπήρχαν την εποχή αυτή.
(Γέμελος, 1972, σελ. 75).

Τον Ιούνιο του 1965 ο πρώτος τηλεοπτικός σταθμός άρχισε να λειτουργεί πειραματικά για δυο ώρες κάθε μέρα στην Αθήνα, υπό την αιγίδα του ΕΙΡ («Πρώτη Ελληνική Τηλεόραση», 1965). Την ίδια εποχή το «Ενόπλων» άρχισε κι αυτό τα δικά του τηλεοπτικά πειράματα στην Αθήνα. Οι στρατιωτικοί φαίνεται ότι τα κατάφεραν αρχικώς καλύτερα από το ΕΙΡ, επειδή ήταν σε θέση να χρησιμοποιούν στρατιωτικά κινηματογραφικά συνεργεία και άλλες παρόμοιες υπηρεσίες.
(Ντινόπουλος, 1987, σελ. 17).

Το 1966, αν και δεν υπήρχαν ακόμη κανονικές ραδιοφωνικές εκπομπές σε FM, οι τηλεοπτικές πειραματικές εκπομπές συνεχίζονταν. Εκείνη τη χρονιά έγινε ένα τριήμερο συμπόσιο στην Αθήνα για να συζητηθούν οι προοπτικές της τηλεόρασης στην Ελλάδα, ενώ το κοινό περίμενε εναγωνίως τα ελληνικά τηλεοπτικά προγράμματα. Οι λίγοι που διέθεταν τηλεοπτικούς δέκτες τότε, μπορούσαν να λαμβάνουν μόνο τις πειραματικές εκπομπές και ιταλικά προγράμματα. Η καθυστέρηση στην άφιξη της τηλεόρασης οφειλόταν εν μέρει στην αναποφασιστικότητα της κυβέρνησης για το θέμα και στη δυσκολία να επιτύχει ικανοποιητικές διεθνείς προσφορές για την κατασκευή τηλεοπτικού συστήματος, και εν μέρει στην αντίθεση των εκδοτών εφημερίδων και των ιδιοκτητών κινηματογραφικών αιθουσών.
(Γέμελος 1972, σελ. 74).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πολιτική αναστάτωση που δημιουργήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960, επέδρασε δυσμενώς στο όλο ζήτημα. Οι μεταβατικές κυβερνήσεις εκείνης της περιόδου δεν είχαν τη δύναμη ή τη θέληση να προωθήσουν αυτό το θέμα, εξ αιτίας των πιο σημαντικών πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν.
Η πρώτη επίσημη τηλεοπτική εκπομπή από το ΕΙΡ έγινε στις 23 Φεβρουαρίου 1966 στην Αθήνα, διήρκεσε δύο ώρες και περιελάμβανε κυρίως ειδήσεις και ταξιδιωτικά ντοκιμαντέρ που είχαν προμηθεύσει διάφορες πρεσβείες.
(Ντινόπουλος, 1987, σελ. 17).

Σκοπός αυτών των εκπομπών ήταν να εκπαιδευθεί προσωπικό στο καινούριο μέσο, να μελετήσουν πως θα μπορούσαν να προσαρμόσουν την τηλεόραση στην Ελλάδα, και να δημιουργηθεί η δομή για τη διοίκηση του τηλεοπτικού συστήματος.
Στο μεταξύ, το «Ενόπλων», αύξησε τις τηλεοπτικές εκπομπές σε τρεις κάθε εβδομάδα, ξεκινώντας το πρόγραμμα του τις 9:00 το βράδυ, όταν τέλειωναν οι εκπομπές του ΕΙΡ (McDonald, 1983, σελ. 167).

Στις ένοπλες δυνάμεις δόθηκε τεχνολογική βοήθεια για τον τηλεοπτικό σταθμο τους από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο σταθμός τους εγκαινίασε την πρακτική πώλησης χρόνου στους παραγωγούς, που εξέπεμπαν διάφορα προγράμματα, τα οποία περιελάμβαναν διαφημίσεις. Το πρώτο πρόγραμμα του σταθμού με διαφημιστική χορηγία ήταν το «Επικίνδυνη Αποστολή» (Mission Inpossible) το οποίο πρόσφεραν εταιρείες οινοπνευματωδών. Τα διαφημιστικά γραφεία άρπαξαν την ευκαιρία να γίνουν «χορηγοί» τηλεοπτικών προγραμμάτων, όπως είχαν κάνει και με το ραδιόφωνο παλιότερα («Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις» 1967). Το ΕΙΡ άρχισε να επιτρέπει παρόμοιες χορηγίες το 1971.

Όταν οι Συνταγματάρχες ανέτρεψαν την κυβέρνηση το 1967, ένα από τα πρώτα κτίρια που κατέλαβαν ήταν το κτίριο του ΕΙΡ. Στις 21 Απριλίου 1967, στις 6 το πρωί, το ραδιόφωνο εξέπεμψε επίσημο διάταγμα δηλώνοντας ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις είχαν αναλάβει την διακυβέρνηση της ώρας.
(Schwab and Frangos, 1973, σελ. 13).

Κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών η χούντα χρησιμοποίησε τις εγκαταστάσεις του «Ενόπλων» και ανάγκασε το ΕΙΡ να αναμεταδίδει (McDonald, 1983, σελ. 164). Σύμφωνα με την Ελένη Βλάχου (1972, σελ. 59) οι νέοι υπεύθυνοι του ραδιοφώνου «μιλούσαν σε νέους σκληρούς στρατιωτικούς τόνους και εξέδιδαν πλήθος διαταγών που ακολουθούνταν από απειλές και πολύ λίγες εξηγήσεις».

Η χούντα αντιλήφθηκε τις εξαιρετικές προπαγανδιστικές δυνατότητες του μέσου και άρχισε να αναπτύσσει ένα πιο εκτεταμένο τηλεοπτικό σύστημα για να μπορέσει να αποκτήσει λαϊκή στήριξη. Αυτό θύμιζε ό,τι είχε κάνει η δικτατορία του Μεταξά με το ραδιόφωνο τη δεκαετία του 1930. Πάντως, κατά τη δεκαετία του 1960 η Ελλάδα και η Τουρκία ήταν οι μόνες στην Ευρώπη που δεν είχαν εθνικό τηλεοπτικό δίκτυο που να καλύπτει όλη τη χώρα. Η Eurovision παρείχε στην ελληνική τηλεόραση σημαντικά παγκόσμια γεγονότα, όπως ο πρώτος περίπατος στη Σελήνη, διεθνείς ποδοσφαιρικούς αγώνες. οι ΙΧ Ευρωπαϊκοί Αγώνες στίβου μεταδόθηκαν από την ελληνική τηλεόραση στις άλλες χώρες από την Αθήνα με τη βοήθεια του Office de Radiffusion Television Franchaise, της γαλλικής δημόσιας τηλεόρασης. Κανονικά βραδινά προγράμματα άρχισαν, πρώτα από το κανάλι του «Ενόπλων» τον Νοέμβριο του 1968, ενώ τα κανονικά βραδινά προγράμματα του ΕΙΡ άρχισαν τον Απρίλιο του 1969. Το 1970 ένας καινούργιος επίγειος δορυφορικός σταθμός στις Θερμοπύλες, έφερε τελικά την Ελλάδα πιο κοντά στον υπόλοιπο κόσμο.

Η δημιουργία εθνικού τηλεοπτικού συστήματος που να καλύπτει όλη τη χώρα άρχισε στην Ελλάδα το 1971, όταν το Ευρωπαϊκό παράρτημα της Northrop Corporation ανέλαβε την εγκατάσταση ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού δικτύου κόστους 12,5 εκατομμυρίων δολλαρίων που όχι μόνο συνέδεσε όλη τη χώρα για πρώτη φορά, αλλά έδωσε επίσης στην Ελλάδα την ευκαιρία να εκπέμπει ραδιοφωνικά σήματα και έξω από τη χώρα. Αυτό το δίκτυο περιελάμβανε 17 αναμεταδότες οι οποίοι εξυπηρετούσαν την τηλεόραση και δυο ραδιοφωνικά προγράμματα στα FM, το ένα στέρεο.
(«Νέο ραδιοφωνικό τηλεοπτικό δίκτυο», 1971).

Το 1968 η στρατιωτική χούντα δημιούργησε την Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων (ΥΕΝΕΔ) που αντικατέστησε το «Ενόπλων», με στόχο να προσφέρει «εθνική ηθική και κοινωνική διαπαιδαγώγηση» στις ένοπλες δυνάμεις και στο κοινό. Το 1970 ο νόμος 745/1970 αντικατέστησε το ΕΙΡ με το Ελληνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης (ΕΙΡΤ). Η χούντα συνέχισε να ελέγχει την ελληνική ραδιοτηλεόραση «καπελώνοντας» το πενταμελές ΔΣ του ΕΙΡΤ με στρατηγούς.
(McDonald, 1983, σελ. 172).
Η χούντα είχε σαν τελικό στόχο της να «αναμορφώσει» τον ελληνικό λαό, και προς τούτο έλεγχε όλα τα ελληνικά μαζικά μέσα, περιλαμβανομένων και ελάχιστων ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών που λειτουργούσαν. Οι περισσότερες εκπομπές τότε ήσαν είτε προπαγάνδα είτε δημοφιλή εμπορικά προγράμματα. Υπήρχε ακόμη πολιτιστική λογοκρισία, που εν μέρει είχε αρχίσει πριν το 1967, και συνεχίστηκε μετριασμένη μέχρι το 1981. Η μετάδοση μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη από το ραδιόφωνο απαγορευόταν μέχρι την πτώση της στρατιωτικής χούντας το 1974.


Σε αυτή την περίοδο η ΥΕΝΕΔ ήταν ο πιο δημοφιλής και κερδοφόρος τηλεοπτικός σταθμός, και παρέμεινε έτσι μέχρι το 1973. Η τηλεόραση του ΕΙΡΤ είχε πάντα ελλειματικό προϋπολογισμό και παρουσίαζε κυρίως πιο ενημερωτικά προγράμματα σε σχέση με την ΥΕΝΕΔ. Από το 1968 τα περισσότερα έσοδα του ΕΙΡΤ προέρχονταν από την ειδική εισφορά που καθιερώθηκε και πληρωνόταν από το κοινό με τους λογαριασμούς της ΔΕΗ.
(Δουλκέρη και Δημητράς, 1986, σελ. 139).΄

(Η συνέχεια στο επόμενο άρθρο)

Σημειώσεις:
Θ. Ζαχαρόπουλου - Μ. Παράσχου: Mass Media in Greece
Δημήτρης Ψυχογιός : Μέσα Επικοινωνίας
Γιώργος Κολοβάτσιος