Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2007

Η ιστορία των TOOL!

Όλα άρχισαν πίσω στα '80s όταν τα μετέπειτα μέλη των Tool, Paul D' Amour (κιθάρα και μπάσο), Danny Carey (τύμπανα), Adam Jones (κιθάρα) και Maynard James Keenan (φωνή) μετακόμισαν στο Los Angeles, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Αρχικά, ο D' Amour και ο Jones ήθελαν να ασχοληθούν με τον κινηματογράφο, o Maynard, που μόλις είχε τελειώσει τις σπουδές του γύρω από την τέχνη και αφού πρώτα είχε παραιτηθεί από το στρατό, είχε αναλάβει να διακοσμεί pet shops στην πόλη και ο Carey έγινε επαγγελματίας drummer παίζοντας για τους Carole King, Pigmy Love Circus και Green Jelly. Ο Keenan μαζί με τον D' Amour και τον Jones δημιούργησαν μια μπάντα κοντά στο τέλος της δεκαετίας, η οποία μετά την προσθήκη του Carey το 1990 πήρε το όνομα Tool. O Carey είχε γνωρίσει στην αρχή τον Jones μέσω του Tom Morello (ex- Rage Against The Machine, Audioslave) και αργότερα, ως γείτονας του Keenan και μοναδικός υποψήφιος για τη θέση, προσχώρησε στο γκρουπ.

Τον επόμενο χρόνο, μετά από πάμπολλες πρόβες, οι Tool ξεκινούν να περιοδεύουν μαζί με τους Rollins Band, τους Skitzo, τους Fishbone και τους Rage Against The Machine. Κάπου εκεί κυκλοφορεί και το πρώτο τους ep "Opiate" (1992), που δανείστηκε το όνομα του από τη διάσημη δήλωση του Karl Marx: «η θρησκεία είναι το όπιο των λαών». Το "Opiate" αν και είναι αρκετά πρωτόλειο και πολύ λίγο μας φέρνει στο μυαλό τις μετέπειτα κυκλοφορίες του γκρουπ, δημιούργησε αρκετό θόρυβο για την εποχή. Από το ep αυτό βγήκαν δύο singles, τα "Hush" και "Opiate", με το video του πρώτου να λογοκρίνεται από την αρμόδια αμερικανική επιτροπή γιατί έδειχνε τα μέλη του συγκροτήματος γυμνά με δύο κομμάτια μονωτική ταινία στο στόμα τους, πράγμα που αποτελούσε σχόλιο κατά της λογοκρισίας.

Πολύ γρήγορα, σε σχέση με το χρόνο που χρειάζονται σήμερα για να κυκλοφορήσουν μια καινούργια τους δουλειά, εμφανίζεται στην αγορά το πρώτο τους full-length άλμπουμ με τίτλο "Undertow" (1993). Ο λόγος που το άλμπουμ δεν καθυστέρησε καθόλου ήταν ότι αρκετά τραγούδια του υπήρχαν ήδη από τα sessions του "Opiate". Κατά τη γνώμη μου, με το "Undertow" οι Tool ξεκινάνε το μεγάλο τους σερί από αριστουργηματικούς δίσκους. Το εξώφυλλο σε προϊδεάζει για το τι πρόκειται να επακολουθήσει καθώς είναι σκοτεινό και υποβλητικό. Τα «χειρότερα» όμως έρχονται μόλις πρωτοαντικρίσεις τις φωτογραφίες του ένθετου booklet. Κάποιες είναι απωθητικές, κάποιες ακατάληπτες και όλες μαζί συνηγορούν στο να κάνουν το ηχητικό φορτίο του δίσκου αυτού αβάσταχτο. Σκοτάδι κυρίες και κύριοι, από το "Prison Sex", το εκπληκτικό "Sober", το "Bottom" με τη συμμετοχή του Henry Rollins, το "Crawl Away" και το τεράστιο "Disgustipated", όλα εδώ είναι μαύρα. Και φυσικά μη φανταστείτε ότι το γκρουπ παίζει υποτονικά. Υπάρχει θυμός και ένταση σε κάθε νότα. Η χαρισματική φωνή του Keenan και οι παράξενες φωνητικές μελωδίες, οι στακάτες μπασογραμμές, τα χαρακτηριστικά riff και το αρτιστικό παίξιμο στα τύμπανα, που συνθέτουν τους Tool του μέλλοντος, εδώ αρχίζουν για πρώτη φορά να αποκρυσταλλώνονται.

Με έναν τέτοιο δίσκο στις αποσκευές τους και τις εκρηκτικές τους εμφανίσεις επί της δεύτερης σκηνής του Lollapalooza και της πρώτης αργότερα, μετά από την απαίτηση του κόσμου, οι Tool βάζουν τις βάσεις για το τι θα επακολουθήσει (το "Undertow" γίνεται χρυσό και διπλά πλατινένιο αργότερα, στις 14 Μαίου του 2001). Μετά από αυτή την επιτυχία και με το σάλο της αρνητικής δημοσιότητας που κέρδισαν με το video του "Prison Sex", το οποίο αναφερόταν στην παιδική κακοποίηση και ήταν σκηνοθετημένο από τον Adam Jones (το MTV σταμάτησε τις προβολές και τους κάλεσαν σε απολογία από την MuchMusic), οι Tool μπαίνουν στο στούντιο στο μέσο του 1995 με σκοπό να ηχογραφήσουν το δεύτερο τους άλμπουμ. Αυτή η χρονιά, εκτός από την έναρξη των ηχογραφήσεων, σημαδεύεται και από την αποχώρηση, μέσα σε φιλικό κλίμα, του μπασίστα τους Paul D' Amour και την αντικατάσταση του από τον μπασίστα της μπάντας με την οποία είχαν πρόσφατα περιοδεύσει στηn Ευρώπη, τον Justin Chancellor και τους Peach αντίστοιχα.

Το 1996, και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο, κυκλοφορεί το άλμπουμ το οποίο έμελλε να εκτοξεύσει τους Tool και να τους κάνει super γκρουπ. Το "Aenima", αφιερωμένο στον κωμικό Bill Hicks (που πέθανε δυόμιση χρόνια πριν την κυκλοφορία του - "another dead hero" όπως λένε και οι ίδιοι), είναι αυτό που τους χαρίζει το πρώτο τους βραβείο Grammy. Στο άλμπουμ αυτό περιέχονται πολλές αναφορές σε νούμερα από τη σάτιρα του Hicks, όπως το εσώφυλλο που δείχνει την πολιτεία της Καλιφόρνια να πέφτει μέσα στον Ειρηνικό Ωκεανό και ο στίχος "Learn to swim, I'll see you down in Arizona Bay" από το "Aenema". Από όποια μεριά και να το δείτε, το "Aenima" είναι ένα αριστούργημα, όπου τα χαρακτηριστικά πλέον στοιχεία τους υπάρχουν και εδώ, μόνο που έχουν γίνει κατά ένα βαθμό πιο διεστραμμένα (αν είναι ποτέ δυνατόν...). Απίστευτο δέσιμο και απόδοση των μελών του γκρουπ, καινούργια στοιχεία τραγουδοποιίας που θέλουν τα πιο πολλά τραγούδια να χτίζονται σιγά-σιγά και να οδηγούνται σε κορύφωση, αμεσότητα στη μετάδοση των συναισθημάτων και, για ακόμα μια φορά, σκοτάδι. Ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνετε τους στίχους του Keenan, τους ρυθμούς που παίζουν Carey και Chanchellor και τις τονικές που χρησιμοποιεί ο Jones, ακούστε το άλμπουμ αυτό με ακουστικά ολόκληρο, από την αρχή μέχρι το τέλος, και το μόνο σίγουρο είναι ότι θα σας μαυρίσει την ψυχή και θα σας αφήσει με ένα αίσθημα κενότητας. Δεν ξέρω πως να το περιγράψω, παρ' όλο που η μουσική τους εδώ και ένταση έχει και δύναμη, είναι τέτοιο το βάρος της συναισθηματικής ματαιοδοξίας που σου μεταφέρει που θεωρώ αδύνατο για κάποιον να το ακούσει δυο φορές συνεχόμενα.




Οι Tool με το "Aenima" στις αποσκευές τους θα ξεκινήσουν για περιοδεία η οποία θα τους βρει το 1997 να επιστρέφουν στο Lollapalooza (αυτή τη φορά ως headliners), κερδίζοντας αποθεωτικές κριτικές, ακόμα και από τη N.Y. Times. Την ίδια χρονιά, καθώς λήγει το συμβόλαιο του γκρουπ με την τότε δισκογραφική του εταιρία (Volcano Records), ξεκινάει μια κόντρα μεταξύ τους στην προσπάθεια των μεν να φύγουν και να διαπραγματευτούν νέο συμβόλαιο και των δε να τους κρατήσουν στις τάξεις τους. Οι νομικές διαδικασίες βάζουν στον πάγο το γκρουπ, κάτι που θα κάνει και τη δουλειά του στο νέο δίσκο να καθυστερήσει, τα media να αρχίσουν να διαδίδουν φήμες για τυχόν διάλυση τους και τον Keenan να χρησιμοποιήσει το στάσιμο χρόνο του στη δημιουργία ενός project με τον (για πολύ καιρό τεχνικό κιθάρας τους) Billy Howerdel, τους A Perfect Circle.

Όλα αυτά βέβαια θα τελειώσουν με την υπογραφή ενός επαναπροσδιορισμένου συμβολαίου με τη Volcano Records και την κυκλοφορία της συλλογής "Salival" (2000) που περιλάμβανε ένα καινούργιο τραγούδι, το "Mercaba", μια καταπληκτική διασκευή στο "No Quarter" των Led Zeppelin, live εκδοχές των τραγουδιών τους, μια καινούργια εκδοχή του "Pushit" , τέσσερα από τα βίντεο της μπάντας ("Stinkfist", "Aenema", "Prison Sex", "Sober") συν το βίντεο του "Hush" από την εποχή του "Opiate" ep.

Τον Ιανουάριο του 2001 οι Tool ανακοινώνουν τον τίτλο του νέου τους άλμπουμ, "Systema Encephale", μάζι με τους τίτλους κάποιων τραγουδιών, όπως "Encephatalis", "Musick", "Numbereft" και "Coeliacus", που στην ουσία δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα κόλπο του γκρουπ για να χτυπήσει το Napster και άλλες παρόμοιες μηχανές file-sharing. Με αυτό τον τρόπο οι Tool ήθελαν να δείξουν την αντίθεση τους στη μείωση των πωλήσεων των δίσκων, λόγω της εξάπλωσης της διαδικτυακής ανταλλαγής κομματιών. Ένα μήνα αργότερα αποκαλύπτουν ότι το πραγματικό όνομα του καινούργιου δίσκου θα είναι "Lateralus".

Αν είναι δυνατόν, το γκρουπ για μια ακόμη φορά δείχνει τα δόντια του, βγάζοντας ένα δίσκο που αν δεν ξεπερνάει τον απίστευτο προκάτοχο του, σίγουρα τον πλησιάζει κατά πάρα πολύ. Με συνθέσεις που έχουν μέση διάρκεια πάνω από 6 λεπτά, οι Tool θα εξελίξουν το μοναδικό τους στυλ και θα το πάνε μερικά βήματα παρακάτω. Με το "Lateralus" oι Tool θα κολλήσουν πλέον για τα καλά την ταμπέλα του «progressive» που κουβαλάνε ακόμα και σήμερα (περισσότερο γιατί ο μουσικός τύπος δεν ξέρει που ακριβώς να τους τοποθετήσει). Αποτελούμενο από σχιζοειδή μουσικά θέματα, ψυχωτικά φωνητικά και ψυχοφθόρα διάθεση (τα συνηθισμένα δηλαδή), το "Lateralus" μας βυθίζει ακόμα μια φορά στο απόλυτο σκοτάδι. Ο καθένας από τους τέσσερις είναι απλά καταπληκτικός στο ρόλο του, με ιδιαίτερη μνεία στον Danny Carey και το εξωφρενικό του παίξιμο στα τύμπανα (υπήρχε μέχρι και μουσικός διαγωνισμός για τους ρυθμούς και τα μέτρα που έπαιζε στο "Triad" ). Αν θέλετε να πάρετε μια γεύση από το δίσκο, ακούστε τα "Schism", "Parabol / Parabola" και "Ticks & Leeches" και θαυμάστε το μεγαλείο τους.

Το "Lateralus" θα γίνει τεράστια επιτυχία σε όλο τον κόσμο, θα τους πάει στο νούμερο ένα του Billboard top 200 από την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του και θα τους χαρίσει το δεύτερο τους βραβείο Grammy για το best metal performance του τραγουδιού τους "Schism". Η περιοδεία θα ξεκινήσει το 2001, θα περικλείει και μια σειρά 10 ημερομηνιών με τους ήρωες τους, King Crimson, και θα τελειώσει το Νοέμβριο του 2002.

Θα ακολουθήσει ένα, μάλλον μεγάλο, διάλειμμα με τον Keenan να περιοδεύει και να ηχογραφεί για τους A Perfect Circle και κάπου στις αρχές του 2005 να ενώνεται με το υπόλοιπο γκρουπ για να ηχογραφήσει το διάδοχο του "Lateralus". Στις 2 Μαΐου του 2006 (όπως και αρχικά είχε ανακοινωθεί) θα κυκλοφορήσει το τέταρτο άλμπουμ των Tool με τίτλο "10.000 Days" και, παρ' όλο που είχε ήδη διαρρεύσει στο internet (κάτι που πάλευαν πολύ σκληρά να μη γίνει ), θα πουλήσει 564.000 αντίτυπα την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του, βάζοντας ακόμα μια φορά πλώρη για να κατακτήσει τις κορυφές των charts.

Με επιρροές (όπως οι ίδιοι αναφέρουν) από μπάντες που είχαν περιοδεύσει μαζί τους, όπως οι Meshuggah και οι Fantomas, το νέο άλμπουμ παραμένει κοντά στον γνωστό Tool ήχο, αλλά όπως είναι αναμενόμενο μας προσφέρει και μια καινούργια διάσταση της μουσικής τους. Τραγούδια όπως το ομώνυμο επικό "10.000 Days", το "Rosetta Stoned" και το "Jambi" μας δίνουν αυτή την καινούργια πνοή, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση μας κάνουν τα "Vicarious" και "The Pot" με τον σχετικά πιο «πιασάρικο» προσανατολισμό τους. Προσωπικά θεωρώ το ομώνυμο τραγούδι ένα από τα δέκα καλύτερα που έχω ακούσει ποτέ στη ζωή μου! Σου βγάζει την ψυχή ξεκινώντας αργά, χτίζει σιγά- σιγά τη δύναμη του και όταν γίνεται το τελικό ξέσπασμα σε παρασύρει στο ρυθμό του και δε σου αφήνει κανένα περιθώριο.

Τάσος Γαλάνης