Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2008

Επέτειος ιστορικού τέλους της Αριστεράς!

«Το χειρότερο κακό σε μια δικτατορία είναι η αντίστασις την οποία προκαλεί». Η θυμόσοφη ρήση ανήκει στον Γιάννη Τσαρούχη και το γεγονός ότι τη διατύπωσε, ενώ ακόμη διαρκούσε η δικτατορία των συνταγματαρχών του 1967-1974, δηλώνει την προφητική του οξυδέρκεια.

Η καπηλεία της αντίστασης, η εξαργύρωσή της με χυδαίο καριερισμό και εμπορευματοποιημένη ιδεολογική αλαζονεία, επιβραβεύεται πανηγυρικά κάθε χρόνο από την εκάστοτε Προεδρία της Δημοκρατίας, με «χλιδάτη» δεξίωση στους ανακτορικούς κήπους, στις 24 Ιουλίου. Ο φενακισμός κορυφώνεται με την τιτλοφόρηση: «δεξίωση για την αποκατάσταση της δημοκρατίας»! Ωσάν να υπάρχει στοιχειώδους νοημοσύνης κάτοικος αυτής της χώρας που να αγνοεί ότι με την πτώση της δικτατορίας απλώς «μετηλλάξαμεν τυράννους»: Για εφτά χρόνια παρανοϊκοί ή μικρονοϊκοί στρατιωτικοί ασέλγησαν καταλύοντας απροσχημάτιστα τους δημοκρατικούς θεσμούς, ενώ τα σαΐνια της επαγγελματικής πολιτικής ενδέχεται να ασελγούν στο λαϊκό σώμα κατ’ εξακολούθησιν σώζοντας, με «επικοινωνιακά» τεχνάσματα, τις επιφάσεις λειτουργίας των θεσμών.



Για να συνεχίζεται και επί προεδρίας Κάρολου Παπούλια η καθιερωμένη δεξίωση «για την αποκατάσταση της δημοκρατίας», πρέπει η αρμοδιότητα και ευθύνη της διοργάνωσης να έχει εγκαίρως περιέλθει στην κυβέρνηση – ίσως η συνταγματική αναθεώρηση του 1985, το πολιτικό αυτό ανοσιούργημα της παπανδρεϊκής εξουσιολαγνείας, να έχει στερήσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ακόμη και από τη δυνατότητα να αποφασίζει για τις δεξιώσεις του.

Πάντως, άσχετα με τις επιφάσεις και τον χειρισμό των επιφάσεων, το καίριο και ζωτικό είναι να ωριμάζουν οι επιγνώσεις. Να συνειδητοποιήσουμε στην προκείμενη περίπτωση οι πολίτες ότι η επέτειος της 24ης Ιουλίου 1974 παραπέμπει όχι μόνο στην κατάρρευση της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Σηματοδοτεί τη λήθη της αφιλόκερδης αντίστασης, το τέλος της ανιδιοτέλειας στην πολιτική, την εξάλειψη της ανυστερόβουλης στράτευσης σε κοινωνικά οράματα. Το πιο οδυνηρό: οριοθετεί η επέτειος και το τέλος της πολιτικής Αριστεράς στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα, η πολιτική Αριστερά ήταν καταγωγικά μεταπρατική, παθητικά και μιμητικά μαρξιστική. Γι’ αυτό και κόμιζε μια ξένη για την ντόπια εμπειρία αντίληψη της συλλογικότητας, όχι ως κοινωνίας, αλλά ως κολλεκτίβας. Ηταν δέσμια η Αριστερά στον ωφελιμιστικό ατομοκεντρισμό και στην υλιστική συμφεροντοθηρία του Διαφωτισμού, μήτρας και των δύο εκφάνσεων του Ιστορικού Υλισμού: καπιταλισμού και μαρξιστικού κομμουνισμού. Δεν υποψιάστηκαν οι μεταπράτες της Αριστεράς στην Ελλάδα τη διαφορά της «κοινωνίας» από την «societas», της «κοινότητας» από την «κολλεκτίβα». Δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για τον κοινωνιοκεντρικό χαρακτήρα της ελληνικής πολιτικής παράδοσης, για τη μακραίωνη εμπειρία του κοινοτισμού – χλεύαζαν τη μαρτυρία που είχαν κομίσει οι έρευνες του Κωνσταντίνου Καραβίδα και του Νίκου Πανταζόπουλου.

Είχε ωστόσο το μέγα πλεονέκτημα η πολιτική Αριστερά στην Ελλάδα, ώς τις 24 Ιουλίου του 1974, να είναι εν διωγμώ. Ο διωγμός ήταν, βέβαια, συνέπεια αναπόφευκτη, κατά κύριο λόγο, ηλίθιων πολιτικών λαθών μιας ηγεσίας της Αριστεράς, διορισμένης από ξένα κέντρα αποφάσεων – λαθών που σημάδεψαν στην κοινή συνείδηση την παράταξη και με το στίγμα της φυσικής αυτουργίας φρικιαστικών εγκλημάτων. Πάντως, δίκαια ή άδικα, τον διωγμό βίωνε ο Ελληνας αριστερός ως δεδομένη πραγματικότητα. Που σημαίνει ότι η μετοχή στην πολιτική Αριστερά, ώς τις 24 Ιουλίου 1974, ήταν μια ακραία διακινδύνευση. Κινδύνευε ο Αριστερός να στερηθεί τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματά του, να περιθωριοποιηθεί κοινωνικά, να υφίσταται από τον κάθε χωροφύλακα ταπεινώσεις, ξυλοδαρμούς, αυθαίρετες κρατήσεις, να ζει με την απειλή της φυλακής, βασανιστηρίων, εξορίας ή και του εκτελεστικού αποσπάσματος.

Με αυτά τα δεδομένα, στην Αριστερά στρατεύονταν, ώς τις 24 Ιουλίου 1974, άνθρωποι κατά τεκμήριο θυσιαστικής αυταπάρνησης, δοκιμασμένης ανιδιοτέλειας. Πάλευαν οι Αριστεροί, για μια κοινωνία δικαιοσύνης, αλληλεγγύης, ανθρωπιάς, που θα την απολάμβαναν γενιές μελλοντικές, όχι οι ίδιοι. Και βέβαια, στα ηγετικά κλιμάκια, ο ολοκληρωτικός χαρακτήρας της κομματικής εξουσίας (εγγενής στον Μαρξισμό - Λενινισμό) διέφθειρε συνειδήσεις, γένναγε καμποτίνους στυγνής εγωπάθειας που εξόντωναν δόλια συντρόφους συμμαχητές μόνο από φθόνο, για αυτασφάλιση. Αλλά ο μεγάλος αριθμός των αγνών, απλοϊκών οπαδών, που δεν είχαν ιδέα από μαρξιστική «διαλεκτική» μηχανιστικής απανθρωπίας ή από τον μακιαβελικό οπορτουνισμό του Λένιν, συνέχιζε την ανιδιοτελή στράτευση στο όραμα των κοινωνιοκεντρικών προτεραιοτήτων και του πατριωτισμού.



Αυτή η Αριστερά της ανιδιοτέλειας τέλειωσε στις 24 Ιουλίου 1974. Με τη μεταπολίτευση και για λόγους που έχουν εμπεριστατωμένα αναλυθεί, η μεταπρατική, αλλά διωκόμενη, ώς τότε Αριστερά έγινε εξουσία. Κυβερνούσε ο Καραμανλής, αλλά κυρίαρχη ιδεολογία στη χώρα, δίχως αντίπαλο, δίχως αντιπρόταση, ήταν ένας αναχρονιστικός Μαρξισμός με πλήθος δογματικές αποφύσεις. Οποια κρατική δραστηριότητα ή κοινωνικός θεσμός προσφερόταν για ιδεολογική εκμετάλλευση, στελεχωνόταν με κομματικούς της μεταπρατικής Αριστεράς, αυτονόητα. Το ΠΑΣΟΚ επισημοποίησε το αυτονόητο: λαφυραγώγησε τις ψήφους της Αριστεράς αντιπροσφέροντας πόστα εξουσίας, θεσμοποιημένη ιδεολογική κυριαρχία.

Ετσι, η ένταξη στην Αριστερά, από ακραία διακινδύνευση, μεταποιήθηκε σε εφόδιο και προϋπόθεση καριέρας, προβολής, δημοσιότητας, πλουτισμού. Πραγματικές ή επινοημένες περγαμηνές «αντίστασης» στη δικτατορία, αλλά και μόνο η οργανωτική προσχώρηση στις αριστερές «προοδευτικές δυνάμεις» έγιναν το εφαλτήριο για αναρρίχηση σε θώκους πανεπιστημιακούς, σε πόστα εξουσίας στην εκπαίδευση, σε υψηλές διοικητικές ευθύνες σε κάθε σχεδόν πτυχή του δημόσιου τομέα.


Αλλαξε η γλώσσα της Αριστεράς. Εγινε γλώσσα οργανωμένης διεκδίκησης του ατομικού συμφέροντος, θωράκισης απαιτήσεων ισοπεδωτικής αναξιοκρατίας, προτεραιοτήτων αυτονόητου καταναλωτισμού, συνδικαλισμένης αντικοινωνικής, επιθετικής ιδιοτέλειας. Η Αριστερά έγινε πρακτική καταλήψεων, απεργιών κοινωνικού κόστους, γκανγκστερικών εκβιασμών, απροκάλυπτης αλαζονικής άρνησης των κανόνων του κοινοβουλευτισμού. Στα πανεπιστήμια, στα σχολειά, σε κάθε έκφανση οργανωμένου πολιτιστικού βίου και πληροφόρησης η Αριστερά έχει επιβάλει αδυσώπητη τρομοκρατία των μετριοτήτων που κάνουν καριέρα ως αντάλλαγμα της κομματικής τους υποταγής.

Οχι δεξίωση πανηγυρισμού, μνημόσυνο πένθους για το ιστορικό τέλος της αυταπαρνητικής Αριστεράς απαιτεί η επέτειος στις 24 Ιουλίου.


Χρήστος Γιανναράς