Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Απριλίου 2007

Η Μεγάλη Ντροπή!!

Ήταν τέτοια εποχή πριν από δυο χρόνια. Είχε μόλις κυκλοφορήσει ένας πολυ σοβαρός τουριστικός οδηγός, για την περιοχή μας. Για την ΦΙΛΙΠΠΙΑΔΑ ανέφερε μόνο τα εξής:

«Δεξιά όπως φεύγουμε από Άρτα, βρίσκεται μια ΑΘΛΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΥΛΗ, που λέγεται Φιλιππιάδα. Δεν αξίζει να δει κανείς κάτι, προσπεράστε την».

Τι να δει ο καημένος συγγραφέας, ακόμη και το καμπαναριό που είναι πάνω στο δρόμο δεν φαίνεται πια. Ντροπή μας.
Είχα στείλει τότε ένα email για να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα των κατασκευαστών. Κακώς.

Αυτά προς γνώσιν όσων νομίζουν ότι από τα μπετά πεθαίνουν μόνο οι κάτοικοι, τα πουλιά, οι πελαργοί και η αισθητική μας.

Πεθαίνει και ο τουρισμός και η ιστορία μας και τελικά η πόλη μας.

ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΑΡΓΑ!

Παραθέτω την παλιά ανάρτηση!






Πρίν από μερικές ημέρες πήρα στα χέρια μου τον τουριστικό οδηγό της Road Edition για την Ήπειρο. Πρόκειται για μια σοβαρή εταιρεία που κάνει ενδελεχή έρευνα πριν κυκλοφορήσει κάποιο τουριστικό οδηγό. Δυστυχώς με θλίψη μου διαπίστωσα ότι για την Φιλιππιάδα δεν αναφέρει τίποτε, ενώ περιγράφει λεπτομερώς μικρά χωριά και κοινότητες. Το κυριότερο όμως είναι ότι ο συγγραφέας του βιβλίου αναφέρεται με ιδιάιτερα απαξιωτικό τρόπο για την πόλη μας χωρίς να γνωρίζει τίποτε για αυτή. Έστειλα στην Road, φαξ και email, το οποίο σας παραθέτω παρακάτω. Σας παρακαλώ στείλτε όσα email διαμαρτυρίας μπορείται, καθημερινά, ώστε να καταλάβουν το ατόπημά τους.

update( καλύτερα στείλτε τα στους μηχανικούς της πόλης).








Αθήνα 02-04-07

Αγαπητέ κύριε Ψημένε,

Με μεγάλη ικανοποίηση πήρα στα χέρια μου τον καινούργιο σας τουριστικό οδηγό, για την Ήπειρο. Περιμέναμε χρόνια αυτή την έκδοση, καθώς πολλές φορές έχουμε χρησιμοποιήσει για τις διακοπές μας ανάλογες, τεκμηριωμένες και σοβαρές προτάσεις σας.

Δυστυχώς μας απογοητεύσατε σε κάποια σημεία και για να μπω κατευθείαν στον θέμα, αναφέρεστε απαξιωτικά για την πόλη της Φιλιππιάδας. Δικαίωμα σας, να μην γράψετε τίποτε για την πόλη αυτή, από την άλλη θα έλεγα είναι υποχρέωσή σας καθώς αφορά στην πολύπλευρη ενημέρωση των αναγνωστών σας οι οποίοι μόνοι τους θα αποφασίσουν ποια πόλη θα επισκεφθούν.

Δεν είναι δεοντολογικό να μην αναφερθείτε, έστω και σε δυο γραμμές για μια πόλη που υπάρχει σε Αυστριακούς χάρτες από τον 17ο αιώνα, που έχει κάποια εξαιρετικά πετρόχτιστα κτίρια, διατηρητέο ξενοδοχείο από το 1870, στο οποίο έμεινε ο Βενιζέλος, τρομερή βλάστηση και αρκετά μνημεία. Ίσως να μην σας ενδιαφέρει προσωπικά το ότι η πόλη ήταν το αρχηγείο του Ελληνικού Στρατού κατά την απελευθέρωση της Ηπείρου. Μπορεί όμως να ενδιαφέρει τους αναγνώστες σας, οι οποίοι θα μπορούσαν να θαυμάσουν την πέτρινη βίλα, Τούρκου αξιωματούχου και μετέπειτα στρατηγείο των Ελλήνων. Υπάρχουν πολλά ακόμη ιστορικά στοιχεία, δεν θα τα αναφέρω για να μην σας κουράσω.

Να υποθέσω όμως ότι το σφάλμα της μη αναφοράς της πόλης , στον οδηγό σας έγινε από προχειρότητα και όχι από κάποια εμπάθεια. Ναι, υπάρχουν αρκετά άθλια κτίρια, όπως υπάρχουν και στα Γιάννενα και στο Ηράκλειο της Κρήτης. Θα έπρεπε λοιπόν να μην αναφέρετε για αυτό τον λόγο τις δυο προαναφερθείσες πόλεις;

Θα σας πω μόνο για να κλείσω ότι από τον δρόμο που περάσατε για να περιγράψετε άλλες περιοχές, υπάρχει ένα θρυλικό καμπαναριό- κόσμημα αρχιτεκτονικής. Θα ήταν αδύνατο να μην το είδατε εκτός κι αν περάσατε βράδυ, με σκοπό να μην μείνετε ούτε λεπτό στην Φιλιππιάδα. Απέναντι ακριβώς από το καμπαναριό υπάρχει άλλη μια μοναδική εκκλησία του 17ου αιώνα και αυτή επάνω στον δρόμο που διασχίσατε για τα Ιωάννινα.

Λυπάμαι που με τα τόσα μέσα που παρέχει η σύγχρονη εποχή και η τεχνολογία δεν συλλέξατε κάποιες πληροφορίες και γράψατε τόσο άσχημα για την Φιλιππιάδα, όταν περιηγητές προηγούμενων αιώνων, χωρίς τα δικά σας μέσα, έκαναν ειδικές αναφορές.

Είμαι σίγουρος ότι δεν μπορείτε πλέον να διορθώσετε το μεγάλο αυτό λάθος σας, αφού έχουν τυπωθεί οι τουριστικοί οδηγοί. Θα μπορούσατε να κάνετε όμως την απλούστατη κίνηση πριν συντάξετε το κείμενο να πάρετε ένα τηλέφωνο τον Δήμαρχο ή κάποιον άλλο πολίτη της πόλης για να σας δώσουν πληροφορίες.

Είμαι ιδιαίτερα στενοχωρημένος για την πράξη σας αυτή, επειδή έχω περάσει πολλές ώρες με δικούς σας οδηγούς και κυρίως με αυτόν για την Κρήτη, από τον οποίο ομολογώ είδα ένα διαφορετικό νησί από αυτό που επισκεπτόμουν τα προηγούμενα χρόνια.


Ευχαριστώ για την υπομονή σας
Λυπάμαι για το σφάλμα σας

Γιώργος Κολοβάτσιος
Δημοσιογράφος

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2007

Ταξίδι στην Λιβύη (Από τον Τρίτο Δρόμο)

Η δημοσιογραφία παρέχει –εκτός από άγχος – και πολύ δυνατές συγκινήσεις. Ένα πρωί ο διευθυντής του Star Channel, Σταμάτης Μαλέλης και ο Αιμίλιος Λιάτσος, εκδότης της εφημερίδας Παρασκευή και 13, μου ζήτησαν να βοηθήσω την Δήμητρα ΛιάνηΠαπανδρέου σε μια μεγάλη συνέντευξη που είχε κανονίσει. Ρώτησα με ποιόν. Με τον Καντάφι, μου είπαν. Φυσικά δέχτηκα αμέσως. Θα έπρεπε απλώς να φτιάξω τις ερωτήσεις της Παπανδρέου ενώ θα έκανα και μια συνέντευξη με τον Λίβυο ηγέτη για την εφημερίδα. Διαβάστε λοιπόν το οδοιπορικό σε μια πανέμορφη χώρα και τις εντυπώσεις ενός δημοσιογράφου που ως νέος είχε ίνδαλμα τον άνθρωπο που στήριζε τα εθνικο – απελευθερωτικά κινήματα και τώρα, ο ίδιος άνθρωπος, απλώς προσπαθεί να στηρίξει ή να επιβάλει με κάθε «μέσο» την αδιάφορη πολιτική του σε μια πορεία διαφορετική από αυτή του «τρίτου δρόμου».
- Αυτές οι ερωτήσεις απαγορεύονται μου απάντησε. Εξάλλου κανείς δεν το ξέρει, ούτε ο οδηγός. Το γνωρίζει μόνο ο Αρχηγός. Μη μιλάς μέσα στο αυτοκίνητο. Εδώ όλοι και όλα παρακολουθούνται. Μπορεί να χάσω την δουλειά μου στο σχολείο.

Κούνησα το κεφάλι καταφατικά σκεπτόμενος τον φόβο των Λίβυων πολιτών και την καταπίεσή τους από την 35χρονη διακυβέρνηση του κατά τα άλλα σοσιαλιστή, Μοαμάρ Καντάφι.
Λίγες ώρες πριν είχαμε φτάσει στην Λιβυκή πρωτεύουσα για μια συνέντευξη με τον Καντάφι. Μια συνέντευξη που δεν θα γινόταν χωρίς την βοήθεια ενός ανθρώπου που δεν βρίσκεται πια στην ζωή. Του αείμνηστου Ανδρέα Παπανδρέου. Η στενή του φιλία με τον Καντάφι, σε δύσκολες εποχές , έπαιξε τον ρόλο της. Ο Αντρέας ήταν μάλιστα εκείνος που μεσολάβησε στην κρίση Λιβύης – Γαλλίας, φέρνοντας κοντά τον Καντάφι και τον Μιτεράν στην περίφημη συνάντηση στην Ελούντα το 1984. Την εποχή μάλιστα που όλοι θεωρούσαν τον Καντάφι, τρομοκράτη. Αυτό μέτρησε 20 χρόνια αργότερα για να πάρουμε την συνέντευξη.

Στην διαδρομή από το αεροδρόμιο για το ξενοδοχείο ήμουν εκνευρισμένος. Μας είχαν πάρει οι άνθρωποι του Λίβυου ηγέτη, τα διαβατήρια. Έτσι ήμασταν αναγκασμένοι να πηγαίνουμε για ρεπορτάζ μόνο με την συνοδεία των αντρών του Καντάφι. Δημοκρατικές διαδικασίες σκέφτηκα και χαμογέλασα όταν ο οδηγός του αυτοκινήτου έβαλε μια κασέτα με τον Άγγλο πόπ τραγουδιστή, Phil Collins, για να μας υπενθυμίσει την καινούργια πορεία της χώρας του προς την Δύση.

Φτάσαμε σε ένα ξενοδοχείο, κρατικό όπως μας πληροφόρησαν, απομεινάρι της εποχής που ο Καντάφι αποψίλωσε την ιδιωτική πρωτοβουλία στην Λιβύη και εγκαθιστώντας τον κρατικό μηχανισμό σε όλες τις μέχρι τότε ιδιωτικές επιχειρήσεις, εξαναγκάζοντας πολλούς επιχειρηματίες να εγκαταλείψουν την χώρα.
Ήταν λίγο μετά την αναίμακτη επανάσταση του 1969, όταν ο Μοαμάρ Καντάφι μαζί με μια ομάδα στρατιωτικών έδιωξε τον βασιλιά Ίντρις. Η μονοκρατορία του Καντάφι τις επόμενες δεκαετίες είναι απολύτως εμφανής από τις εκατοντάδες φωτογραφίες του σε κάθε σημείο της πόλης. Στους δρόμους, στις πλατείες, στα ξενοδοχεία, στα καταστήματα.

Αυτό που δεν γνωρίζαμε όσοι συμμετείχαμε στην δημοσιογραφική αποστολή ήταν η μέρα και η ώρα που θα γινόταν η συνέντευξη. Όταν ρωτούσαμε τους ανθρώπους του Καντάφι μας απαντούσαν ότι ήταν κάτι που το γνώριζε μόνο ο «αρχηγός». Είχαμε τέσσερις ημέρες στην διάθεσή μας κι έτσι αποφασίσαμε να αρχίσουμε το ρεπορτάζ με την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Μας περίμενε όμως μια ακόμη έκπληξη. Η πόλη ήταν άδεια από κόσμο. Η αγορά στην παλιά Μεδίνα ήταν κλειστή, τα καταστήματα είχαν κατεβασμένα τα ρολά. Η εξήγηση απλή: ήταν η εβδομάδα που οι πολίτες συμμετείχαν στα λαϊκά συμβούλια και η παρουσία τους εκεί είναι υποχρεωτική δια νόμου. Τα λαϊκά αυτά συμβούλια ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας του 70΄όταν ο Καντάφι μετέτρεψε το πολίτευμα σε «Άμεση Λαϊκή Δημοκρατία», Jamahiriya, όπως την αποκαλεί ο ίδιος και μεταφράζεται ως «εξουσία των μαζών». Οι πολίτες αποφασίζουν μόνοι τους για μια σειρά από ζητήματα. Αν και όπως μας αποκάλυψε κάποιος αξιωματούχος, τελικά αποφασίζει ο ίδιος ο ηγέτης.

Η δεκαετία του 70´ήταν η εποχή που ο Καντάφι μοίραζε σπίτια στο λαό του και τους παρείχε δωρεάν ρεύμα και νερό. Η εποχή που χρηματοδοτούσε εθνικό-απελευθερωτικά κινήματα, του IRA, των Σαντινίστας των Παλαιστινίων και πολλών άλλων. Ξεκίνησε μάλιστα κι ένα τεράστιο έργο κατασκευής νοσοκομείων, δρόμων και σχολείων. Άρχισε να φτιάχνει το προφίλ του σοσιαλιστή ηγέτη κατά πολλούς, το προφίλ του τρομοκράτη κατ΄άλλους. Εκείνη την περίοδο ο Λίβυος ηγέτης είχε ορκισμένους εχθρούς και φίλους.
Οι κάτοικοι της Λιβύης έχουν αλλάξει 35 χρόνια μετά την επανάσταση, όπως έχει αλλάξει και ο Καντάφι. Φοβούνται να πουν ακόμη και το όνομά του. Οι πολιτικές διώξεις είναι στο καθημερινό πρόγραμμα ενώ κάποιοι μας εκμυστηρεύτηκαν ότι έχουν γίνει και μαζικές δολοφονίες αντιφρονούντων.

Περιέργως οι άνθρωποι της «κυβέρνησης» μας αρνήθηκαν μια επίσκεψη στο μέγαρο της κρατικής ραδιοτηλεόρασης της Λιβύης. Περνώντας απέξω διαπιστώσαμε ότι φυλάσσεται από άντρες του στρατού. Φυσικά δεν υπάρχουν ιδιωτικά τηλεοπτικά δίκτυα, ενώ υπάρχει μια και μόνη εφημερίδα, κρατική όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς. Τελικά τι σόι ηγέτης είναι αυτός, αναρωτιόμουν καθημερινά. Σοσιαλιστής ή δικτάτορας; Η απορία μου πίστευα ότι θα λυθεί κατά την διάρκεια της συνάντησης μας. Σίγουρα πρόκειται για έναν από τους τελευταίους σημαντικούς ηγέτες στον κόσμο, τον πλέον αμφιλεγόμενο.

Αυτά όμως που είδαμε στους δρόμους της Τρίπολης μας γέμισαν με μελαγχολία. Οι περισσότεροι κάτοικοι τα βγάζουν πέρα πολύ δύσκολα, τα μεροκάματα είναι μικρά. Να φανταστεί κανείς ότι ένας σερβιτόρος σε καφενείο δουλεύοντας από το πρωϊ μέχρι το βράδυ κερδίζει λιγότερα από 2 ευρώ. Κι αυτό την στιγμή που η Λιβύη μετά το εμπάργκο και την άρση των διεθνών κυρώσεων εξάγει πάνω από 1,5 εκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, εισπράττοντας ημερησίως δεκάδες εκατομμύρια δολάρια. Με πληθυσμό λίγο πάνω από 5 εκατομμύρια κατοίκους το ποσό αυτό θα έφτανε να ζουν όλοι οι κάτοικοι σαν μεγιστάνες. Αντιθέτως κυριαρχεί η φτώχεια και η ανέχεια.

Από την άλλη γίνεται μια στροφή προς τον δυτικό κόσμο με αποτέλεσμα η οικονομία να απελευθερώνεται σιγά-σιγά από τον κρατικό έλεγχο. Τα τελευταία χρόνια γίνονται μάλιστα μεγάλες επενδύσεις από ξένους επιχειρηματίες, ενώ οι επισκέψεις ηγετών από την δύση – υπουργών και πρωθυπουργών – γίνονται πλέον σε καθημερινή βάση. Τα πέτρινα χρόνια του εμπάργκο, όταν τα τρόφιμα και τα φάρμακα δίνονταν με το δελτίο, φαίνεται να πέρασαν. Η στροφή του Καντάφι ξένισε πολλούς, ευχαρίστησε όμως Αμερικάνους και Ευρωπαίους που από τρομοκράτη τον ανακήρυξαν ήρωα. Τα λεφτά των πετρελαίων μπορούν να σβήσουν από την μνήμη τους τις τρομοκρατικές ενέργειες σε αεροσκάφη, στο Λόκερμπι της Σκωτίας το 1988 και στον Νίγηρα το 1989 όπου έχασαν την ζωή τους εκατοντάδες Αμερικανοί και Ευρωπαίοι. Πως θα ξεχάσουν όμως οι Λίβυοι τους βομβαρδισμούς του 1986 στην Τρίπολη και την Βεγγάζη όπου έχασαν την ζωή τους 130 άνθρωποι; Μάλλον με την βίαιη εισβολή της Δυτικής κουλτούρας στην ζωή τους.

Η κινητή ροζ τηλεφωνία σαρώνει, καθώς ο κρατικός φορέας σταθερής τηλεφωνίας έκλεισε.Οι πολίτες αδυνατούσαν να πληρώσουν τους λογαριασμούς. Τα προκλητικά φορέματα δεσπόζουν στις βιτρίνες των μαγαζιών και τα ίντερνετ καφέ έχουν κατακλύσει την πρωτεύουσα. Οι νέοι σερφάρουν σε δυτικότροπες ιστοσελίδες παρακολουθώντας τι γίνεται στην Ευρώπη χωρίς να μπορούν να αγγίξουν ή να έχουν τίποτε από αυτά που βλέπουν.

Αν και η γυναίκα έχει ξεχωριστή θέση στην Λιβυκή κοινωνία, στα πανεπιστήμια και στον στρατό, κρατά ακόμη τις μουσουλμανικές παραδόσεις. Το αλκοόλ αν και απαγορεύεται μπορεί να το βρει κανείς στην μαύρη αγορά.
Η διασκέδαση των κατοίκων είναι μόνο τα παραδοσιακά καφενεία. Ειδικά μέσα στην Μεδίνα της Τρίπολης, δίπλα από το παλιό οθωμανικό ρολόι υπάρχει ένα από τα ωραιότερα στέκια για να πιει κανείς αραβικό καφέ με κάρδαμο, τσάι με μέντα αλλά και να καπνίσει ναργιλέ με γεύση μήλου ή δυόσμου. Ένα από τα αγαπημένα τους παιχνίδια με χαρτιά, ονομάζεται «σκούμπα» και είναι ακριβώς το ίδιο με την «δηλωτή» που παίζεται στα ελληνικά καφενεία.

Την Τρίτη ημέρα της παραμονή μας στην Λιβύη, μας ειδοποίησαν, αργά το απόγευμα ότι θα μας δεχθεί ο Καντάφι. Θα έπρεπε να είμαστε έτοιμοι σε είκοσι λεπτά. Μπροστά από τα τέσσερα πολυτελή αυτοκίνητα που μας μετέφεραν υπήρχε ένα περιπολικό που απομάκρυνε όλα τα οχήματα και άνοιγε τον δρόμο. Μέσα σε δέκα λεπτά φτάσαμε στη είσοδο του αρχηγείου. Ένας τεράστιος τοίχος από αδιαπέραστο μπετόν μας εμπόδιζε να δούμε στο εσωτερικό. Κατά μήκος του τοίχου παντού φυλάκια. Μετά από συνεννοήσεις με τους στρατιώτες της πύλης μπήκαμε μέσα. Αριστερά μας ένα απαρχαιωμένο άρμα μάχης και τριγύρω πάνοπλοι στρατιώτες. Σε μια ακτίνα δέκα μέτρων υπήρχε κι άλλος τοίχος με μπετόν. Περάσαμε συνολικά τέσσερις τέτοιους τοίχους από μπετόν ύψους πέντε μέτρων. Φτάσαμε έξω από ένα μοντέρνο κτίριο ενώ μας απαγόρευσαν να φωτογραφίζουμε. Άντρες της ασφάλειας του Καντάφι με ειδικά μηχανήματα άρχισαν να μας ψάχνουν. Άνοιξαν ακόμη και τα κραγιόν των γυναικών της αποστολής, έβαλαν σε λειτουργία το δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο και τις κάμερες, άνοιξαν τις φωτογραφικές μηχανές, τα σφραγισμένα φιλμ και τις κασέτες. Πρωτοφανής έλεγχος σε ρούχα ακόμη και στα παπούτσια.

Μπήκαμε επιτέλους σε ένα σαλόνι και περιμέναμε. Ξαφνικά μας ζήτησαν να μπούμε ξανά στα αυτοκίνητα και κάνοντας μια διαδρομή δυο λεπτών φτάσαμε μπροστά από δυο σκηνές. Στην μια μας περίμενε ο Λίβυος ηγέτης. Ήταν άθλια μακιγιαρισμένος. Δεν μπορούσες να μην το προσέξεις. Αφού μας χαιρέτησε έναν – έναν και μιλήσαμε για λίγο, οι άνθρωποι του μας ζήτησαν να αποχωρήσουμε. Μας είπαν ότι ήθελε μόνο να μας γνωρίσει και πως η συνέντευξη θα γινόταν την επόμενη και τελευταία μέρα της παραμονής μας στην χώρα.
Την επόμενη το μεσημέρι ο Καντάφι μας δέχτηκε στην ίδια τέντα. Μέσα, τρία καλοριφέρ ρεύματος και δυο κλιματιστικά. Μια ανυπόφορη μυρωδιά δυσκόλευε την αναπνοή. Καθόμασταν όλοι σε πλαστικές καρέκλες. Αυτή του Καντάφι καθαρίστηκε με σφραγισμένα χαρτομάντιλα και ένα ειδικό υγρό. Η συνέντευξη άρχισε. Μας είπε σημαντικά πράγματα, όπως ότι « κάποτε είχε ένα ρόλο για τα εθνικό-απελευθερωτικά κινήματα. Τώρα ο ρόλος του είναι η απελευθέρωση των Λιβύων». Μίλησε με θαυμασμό για τον Αντρέα Παπανδρέου ενώ μας προξένησε εντύπωση η άποψή του για τον Μπίν Λάντεν, κυρίως μετά την φίλο-αμερικάνικη στροφή του: « Οι αμερικανοί τον δημιούργησαν» είπε, « αυτοί έφτιαξαν στρατόπεδα μαζί με τους Πακιστανούς και τους Σαουδάραβες, όπου εκπαιδεύονταν μαχητές της Άλ Κάιντα».

Κατά την διάρκεια της συνάντησής μας έβρεχε συνεχώς. Ο Καντάφι μιλούσε ήρεμα και αργά. Δεν ήξερε τίποτε για την ελληνική πολιτική σκηνή. Έκανε πως δεν θυμόταν τίποτε και για το δικό του παρελθόν. Το έθαψε βαθιά μαζί με τις ιδέες του για μια ριζοσπαστική πολιτική. Άφησε μακριά τον «Τρίτο δρόμο», που έγραφε στο περιβόητο κάποτε «Πράσινο Βιβλίο». Ακολούθησε τον σίγουρο. Αυτόν τον δρόμο που κάποτε πολεμούσε σαν «λυσσασμένο σκυλί», όπως συνήθιζε να αποκαλεί τον Καντάφι, ο Ρόναλντ Ρήγκαν.


Δευτέρα 5 Μαρτίου 2007

Νέα Υόρκη

«Ήταν η πρώτη φορά που θα ταξίδευα στην Αμερική. Προετοιμάστηκα κατάλληλα, μην φανταστείτε τίποτε χάρτες, οδηγούς και τέτοια. Όχι. Ήθελα να περπατήσω την Νέα Υόρκη έτσι όπως με έχουν ταξιδέψει χρόνια τώρα τα τραγούδια της, οι ταινίες της, τα θέατρα της και φυσικά εκείνοι οι νευρωτικοί κάτοικοι της, πρωταγωνιστές στις ταινίες του Γούντι Άλεν»..

Πήρα δύο χιλιάδες δολάρια, δύο κοστούμια και το “On the road “ του Κέρουακ, υπήρχε λόγος. Έφτασα στο Ελευθεριος Βενιζέλος καθυστερημένος, όπως κάνω πάντα όταν έχω ραντεβού. Τσέκαρα και μπήκα στίς τουαλέτες όπου έκανα κρυφά τέσσερα τσιγάρα. Με την ιδέα ότι το ταξίδι θα διαρκούσε 11 ώρες ήταν το λιγότερο που μπορούσα- πρόλαβα να κάνω..
This is not America…..O Bowie μου ήρθε στο μυαλό βλέποντας τι επικρατούσε μέσα στο Αirbus της ολυμπιακής. Ένα τσούρμο ηλικιωμένοι και των δύο φύλων σαν να πηγαίνανε με πούλμαν στην Παναγία την Σουμελά, έκαναν άνω κάτω το αεροπλάνο.



Φόρεσα τα ακουστικά και είδα μια ταινία με την ζωή του Κάσιους Κλέι ή Μοχάμαντ Άλι για τους μουσουλμάνους αναγνώστες μας. Η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά – οι αεροσυνοδοί είχαν εξαφανιστεί – και εγώ κλείνοντας τα μάτια προσπαθούσα να φέρω εικόνες του «μεγάλου μήλου» όπως τις είχα δεί σε ταινίες.




Προσγειώθηκα απότομα όταν το αεροπλάνο κατέβηκε στο JFK. Έβρεχε. Αυτό μου χαλούσε τα σχέδια. Δέν θά μπορούσα να περπατήσω στην πόλη. Με το που έκανα αυτή την σκέψη σταμάτησε. Cool! Θά σκεφτώ κι άλλα που θέλω...
Στον έλεγχο των διαβατηρίων πρός στιγμήν νόμισα ότι πρωταγωνιστούσα στο Jackie Brown.H μαύρη αστυνομικός ήταν ίδια η Pam Grier. Μόνο το κομμάτι των τίτλων έλειπε, αλλά είχα στο πρόγραμμα(sic) περπατήσω τον 110o δρόμο στο Harlem, για τον οποίο τραγουδούσε ο Bobby Womack.

Ο άνθρωπος που θα με φιλοξενούσε ήρθε να με πάρει απο το αεροδρόμιο. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και πέσαμε σε ένα ανεπανάληπτο «τράφικ» –όπως το έλεγε συνέχεια- διασχίζοντας το Queens. Μετά απο τρείς ώρες φτάσαμε στο κινέζικο εστιατόριο που είχε κλείσει τραπέζι και που συνήθιζε να τρώει τα τελευταία 20 χρόνια. Στήν καρδιά της Chinatown. Ήταν όπως στο σινεμά. Ακριβώς καμμία σχέση με τα αντίστοιχα στην Ελλάδα. Το φαγητό ήταν καταπληκτικό, ζήτησα όμως να μπώ στο Private room και στην κουζίνα. Όπως το φανταζόμουν. Σαν νάβλεπα μπροστά μου τους αρχηγούς της κινέζικης μαφίας να συσκέπτονται. Έτσι ακριβώς.


Ήταν ήδη πολύ αργά όταν έκλεινα πίσω μου την πόρτα του δωματίου στο θρυλικό ξενοδοχείο New Yorker των 2500 δωματίων.Ζήτησα και έμεινα στο δωμάτιο 2705 εκεί που έμενε ο Benny Goodman όταν έπαιζε στην μεγάλη σάλα διασκεδάζοντας την δεκαετία του 30’ τους αστούς νεουορκέζους. Συμβουλή: το οινόπνευμα σε μεγάλες ποσότητες διώχνει το τζέτ –λάνγκ.

Ξύπνησα αρκετά νωρίς. Γύρω στίς δέκα. Αισθάνθηκα μια απέραντη ευορία αντικρύζοντας τους ουρανοξύστες και τον ποταμό Χάντσον απο το παράθυρο. Περίεργο. Πήρα τηλέφωνο δύο φίλους που βρίσκονται στην Νέα Υόρκη εδώ και ένα μήνα. Ήρθαν για να ζήσουν το αμερικάνικο όνειρο. Θέλουν να γίνουν ηθοποιοί. Πρός το παρόν δουλέουν ως σερβιτόροι.
Πήγαμε στο Village. Δέν αφήσαμε δισκάδικο για δισκάδικο που να μην μπήκαμε. Και πιστέψτε με υπάρχουν κάτι απίστευτες τρύπες στίς οποίες μπορείς να βρείς κάθε βινύλιο μαύρης μουσικής που ονειρεύεσε και που είναι δυσεύρετο. Χάλασα 500 δολλάρια. Χαλάλι αφού βρήκα το “There’s no place like America today” του Curtis Mayfield. Το σκοτάδι έπεσε και μας βρήκε να χαζολογούμε στα μπάρ και τα καφεδάδικα του Soho. Λιώσαμε απο την καφείνη και τα ποτά. Πήρα μια εφημερίδα, την Village Voice για να βρούμε κάτι ενδιαφέρον. Το καταπληκτικό hip-hop συγκρότημα των Roots έπαιζε ζωντανά. Πήρα τηλέφωνο αλλά δυστυχώς ήταν sold out. (Τούς είδα δύο μέρες αργότερα σε άλλο club και έπαθα. Παρεπιπτόντος ο καινούργιος τους δίσκος είναι καταπληκτικός).

Οι μέρες, οι ώρες και οι νύχτες περνούσαν με γρήγορους ρυθμούς. Και το περπάτημα ήταν ατελείωτο. Συνήθιζα να παίρνω ταξί αλλά όταν έφτανα στον προορισμό μου – συνήθως κάποιο μπάρ, άλλαζα γνώμη και έψαχνα για κάτι διαφορετικό. Περίεργο. Πάντως μετά απο πολλές ώρες περιπλανήσεων και ποτών γυρνούσα εκεί που έπρεπε να πάω. Και περνούσα καλύτερα. Τα πόδια μου έβγαλαν φουσκάλες αφού τα παπούτσια δεν ήταν για πεζοπορία, παρά τίς συμβουλές που μου είχαν δώσει οι φίλοι εν Ελλάδι. Αποφάσισα να αγοράσω αθλητικά παπούτσια, δεν το έκανα όμως ποτέ. Έτσι απέκτησα αρκετές και τεράστιες φουσκάλες.


Ένα πρωί πήρα το μετρό για να πάω στο Χάρλεμ. Πρώτον για να δω την πιό «μαύρη συνοικία» και δεύτερον για να πάω στο περίφημο Αpollo Theater. Δεν ξέρω αν το καταλάβατε αλλά είμαι λάτρης της μαύρης κουλτούρας. Το βαγόνι ήταν γεμάτο επαίτες. Όλοι τους τραγουδούσαν απλώνοντας το χέρι για λίγα σέντς. Απο «γκόσπελ» και «σπιρίτσουαλ» μέχρι «σόουλ» και «φόλκ» μπαλάντες, το ρεπερτοριό τους. Εξαιρετικές φωνές γεμάτες πάθος, ένταση και πόνο. Ξέρετε, τα βάσανα όσες γενιές και να περάσουν δεν ξεχνιούνται. Καταγοητευμένος απο τα τραγούδια τους και με λιγότερα δολάρια στην τσέπη κατέβηκα στoν κεντρικό σταθμό του Harlem. Αμέσως στο μυαλό ήρθαν τα δεκάδες τραγούδια που έχουν σαν θέμα τους την ιστορική κατ’εμέ συνοικία. 125ος δρόμος στην καρδιά του Harlem. Ή αλλιώς Martin Luther King street. Παντού αφίσες για συναυλίες soul και hip-hop συγκροτημάτων. Εδώ είναι η καρδιά της μαύρης μουσικής. Σε μια γωνιά του δρόμου μια νεαρή κοπέλα πουλά εφημερίδες. Συνιθισμένο; όχι αφού η 120σελίδων εφημερίδα αφορά μόνο την rap μουσική.

Κατεβαίνουμε τον δρόμο πρός το Apollo. Σε όλη την διαδρομή συναντά κανείς ειδικά κομμωτήρια που είναι ασφυκτικά γεμάτα απο νεαρές. Φτιάχνουν όλες τα μαλλιά τους στύλ dreadlock…Μία κυρία μας σταματά και με περίσσειο ενδιαφέρον μας λέει να μην γυρνάμε με την κάμερα στο χέρι γιατί είναι επικύνδυνο. Αδιαφορήσαμε. Μέχρι να καπνίσω ένα τσιγάρο φτάσαμε στο περιβόητο θέατρο όπου τραγούδησαν για πρώτη φορά και έγιναν διάσημοι οι: James Brown, Aretha Franklin ,Ella Fitzerald και πολλοί άλλοι.
Ήταν 12 το πρωί αλλά είχε παράσταση, ένα χριστουγεννιάτικο σόου. Στην τεράστια μαρκίζα μπορούσες να δείς τις συναυλίες των επόμενων ημερών. Απο Temptations μέχρι την περίφημη Τετάρτη των νέων ονομάτων απο την οποία έχουν ξεκινήσει την καριέρα τους δεκάδες διάσημοι πλέον μαύροι μουσικοί. Μόλις πατάς το πόδι σου στο εσωτερικό του θεάτρου που χτίστηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα σε πιάνει δέος.΄Οχι γιατί στο εσωτερικό του υπάρχει κάτι ιδαίτερο. Απεναντίας. Απλώς και μόνο γνωρίζοντας ότι στην σκηνή αυτή έχουν πατήσει η Sara Vaungh , οτι εκεί έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση ό-λ-α τα γκρούπ της Motown το 1962 φτάνει να σου κοπεί η ανάσα. Παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής μπήκαμε σε δύο δισκάδικα. Γύρισα στο ξενοδοχείο εξουθενομένος και εντυπωσιασμένος.

Το βράδυ το έριξα στο ποτό ακούγοντας παλιό, καλό, ζεστό funk
Ξύπνησα απο το φώς του ήλιου. Μένω άλλωστε στον 27o όροφο και απο κεί ο ουρανός φαίνεται πιό κοντά. Με τέτοια μέρα θα μπορούσα να περπατήσω αρκετά, σκέφτηκα και έκανα να σηκωθώ. Κατέβηκα μετά απο μία ώρα και έφαγα ένα τεράστιο αμερικάνικο πρωινό. Έχω πάρει ήδη τρία κιλά.

Άρχισα να κατηφορίζω την όγδοη λεωφόρο. Πέρασα κάτω απο το επιβλητικό είναι αλήθεια, Empire state building. Φυσικά δεν μου πέρασε ούτε λεπτό απο το μυαλό να ανέβω. Εξάλου υπήρχε ουρά χιλιομέτρων. Δεν μου αρέσει να πηγαίνω σε τέτοια μέρη όπου συνωστίζεται κανείς με χιλιάδες τουρίστες. Η συμβουλή μου μάλιστα στούς φίλους μου είναι όταν επισκέπτονται μια πόλη για πρώτη φορά να πηγαίνουν απλώς όπου γουστάρουν. Όπου ενδιαφέρει τους ίδιους κι όχι ένα πολυπληθές γκρούπ παραφρονούντων τουριστών..

Κατέβηκα σιγά σιγά πρός τον 23ο δρόμο.Έψαχνα για το ξακουστό Chelsea Hotel για το οποίο έχουν γράψει αρκετά τραγούδια. Είναι ένα ζωντανό μνημείο. Έφτασα στην είσοδο. Βρήκα ένα τύπο- σχεδιαστής μόδας μου είπε ότι είναι –που έμενε εκεί τα τελευταία 20 χρόνια. Μπήκαμε στο lobby. Αρχισε να μου διηγήται ιστορίες και θρύλους γύρω απο το ξενοδοχείο. Έμεναν εκεί απίστευτοι τύποι που χρειάζεσαι εγκυκλοπαίδια για να τούς καταγράψεις. Απο τον Μάρκ Τουέιν, τον Τόμας Ντύλαν, μέχρι τον Άλεν Γκίνσμπεργκ και την Πάττυ Σμίθ. Σε ένα απο τα δωμάτια του έγραψε μέσα σε μια νύχτα ο Τζάκ Κέρουακ το περίφημο “On the road”, εκεί σκότωσε ο Σίντ Βίσιους των Sex Pistols την συντροφό του Νάνσυ και μετά αυτοκτόνησε. Υπάρχουν χιλιάδες ακόμη ιστορίες για το Chelsea που αξίζει να τις μάθετε απο κοντά αν επισκεφείτε την Νέα Υόρκη. Πιστέψτε με αξίζει.

Ένα μεσημέρι οι φίλοι μου με πήγαν στην περιοχή TRIBECA. Μια περιοχή που θεωρείται πολύ must (sic) κάτι σαν το δικό μας Ψυρρή. Φάγαμε στο κλασσικό Odeon ενώ δίπλα μας συνέτρωγαν γνωστά μοντέλα και ηθοποιοί. Ανεβαίνοντας την Broadway σάρωσα όλα τα καφεδάδικα στα οποία επιτρεπόταν το κάπνισμα. Λιώσαν τα παπούτσια μας τριγυρνώντας στο Soho.

Αποφασίσαμε να δούμε κάποια θεατρική παράσταση. Πήρα τηλέφωνο και εκλεισα εισητήρια για τον «Πρωτάρη» που πρίν απο τριάντα χρόνια ήταν κινηματογραφική επιτυχία με τον Ντάστιν Χόφμαν και την Αν Μπάνκροφτ. Ανεβαίνοντας προς την πιό θεατρική γειτονιά του κόσμου την πάτησα σαν τον πρωτάρη. Μπήκαμε στο βιβλιιοπωλείο που δεν θυμάμαι το ονομά του αλλά θεωρείται το μεγαλύτερο στον κόσμο, με έξι μίλια πάγκους γεμάτους βιβλία. Χάλασα πολλά δολλάρια και πολύ χρόνο. Τόσο ώστε προλάβαμε να μπούμε στο θέατρο Πλύμουθ λίγο πρίν την έναρξη της παράστασης. Όταν διάβασα στο πρόγραμμα ότι στην σκήνη του είχε παίξει ο Μοντγκόμερι Κλιφ – μέγας ηθοποιός και πολύ cool- χύθηκα στο κάθισμα να απολάυσω την παράσταση. Στο ρόλο της «Κυρίας Ρόμπινσον» η πληθωρική Λορέιν Μπράκο που δυστυχώς άλλαξε δύο εβδομάδες πρίν, την Κάθλιν Τέρνερ.

Φεύγοντας απο τα στενά του Μπρόντγουει λίγο πρίν τα μεσάνυχτα συναντήσαμε τον κατά πολύ γερασμένο Πώλ Νιούμαν που έμπαινε στο αυτοκινητό του.Τα βράδυα στην Νέα Υόρκη μπορείς να δείς τα πάντα και τους πάντες. Λίγο αργότερα τρώγοντας σε ένα ντάινερ τηλεφώνησα στον «Μπίλ». Ίσως η καλύτερη άκρη όλες αυτές τις μέρες στην πόλη. Ήταν διοργανωτής κινητών πάρτυ στο Μανχάταν. Ήξερε τους πάντες. Εξαιτίας του ήπιαμε εκατοντάδες ποτά στα καλύτερα κλάμπ και το κυριότερο χωρίς να περιμένουμε στις τεράστιες καθε φορά ουρές. Μερικές φορές και χωρίς να πληρώσουμε. Ήταν πολύ αργά, η τύπισα έμοιαζε στην Λώρην Χίλ, η μουσική έπαιζε πολύ δυνατά..Yo man...say it loud..I’m black and proud αναφώνησα πολλές φορές πρίν πέσω ξερός στο κρεββάτι.

Σε βλέπω πολύ κουρασμένο, μου ειπε ο Χρήστος. Πάμε, έχω την λύση. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και με οδήγησε για ακόμη μια φορά στην Chinatown. Ανεβήκαμε σε ένα διόροφο κτίριο, όπου μας υποδέχτηκε μια κινέζα γύρω στα 40. Έδειχνε ιδιαίτερη οικιότητα με τον φίλο μου πράγμα που σημαίνει ότι είναι τακτικός πελάτης. Μετά την σκάλα έβλεπες ένα στενόμακρο διάδρομο και στην αριστερή πλευρά υπήρχαν διαδοχικά έξι μικρά δωμάτια.

Στο καθένα απο αυτά υπήρχαν ιατρικα κρεββάτια, ξύλινα διαχωριστικά με κινέζικα ανάγλυφα, αρωματικά στίκς που γέμιζαν την ατμόσφαιρα και χαλαρή μουσική. Ο Χρήστος εξαφανίστηκε σε ένα απο αυτά χωρίς να μου πεί κουβέντα. Περίμενα στο διάδρομο, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε μια νόστιμη κινέζα γύρω στα 30, με οδήγησε σε ένα απο τα δωμάτια και με σπαστά αγγλικά μου ζήτησε να βγάλω τα ρούχα. Το έκανα. Για την επόμενη μία ώρα νόμιζα ότι πετούσα. Ξεκίνησε με ένα δυνατό μασάζ, έκανε κάτι περίεργες κινήσεις με τα δάχτυλα, ενώ φυσούσε με το στόμα της και έριχνε μια άγνωστη σκόνη κάτι σαν τάλκ. Ένοιωσα ότι κολυμπούσα, ότι βρισκόμουν σε νερό. Απίθανη αίσθηση. Όλα αυτά ενώ απο κάπου ακουγόταν χαμηλά μουσική κι εγώ βρισκόμουν όλη την ώρα ξαπλωμένος ανάσκελα. Δεν μπορούσα να δω τι ακριβώς έκανε. Ήταν όμως μαγικό. Δεν μπορούσα να σηκωθώ απο το κρεββάτι. Μετά απο αυτό ένοιωθα τα πόδια μου να λυγίζουν. Της έδωσα 20 δολλάρια – όσα μου ζήτησε – αυτό που έκανε όμως δεν πληρωνόταν με τίποτε. Δεν το συζητάμε, κάθε φορά που θα πηγαίνω Νέα Υόρκη θα επισκέφθομαι την Κίμ, έτσι έλεγαν την γριά ιδιοκτήτρια. Να το κάνετε οπωσδήποτε και σείς. Δεν έχει σχέση με το μασάζ σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου και φυσικά δεν έχει τίποτε το πονηρό απο αυτά που γίνονται στην Ελλάδα.

Φεύγοντας για Μανχάταν περάσαμε απο το Ground Zero. Eκεί όπου τον Σεπτέμβριο του 2001 οι δίδυμοι πύργοι έγιναν ο τάφος για χιλιάδες ανθρώπους μετα την δολοφονική τρομοκρατική ενέργεια. Τα συνεργεία δούλευαν πυρετωδώς σε μία αλάνα, που σε τίποτε δεν θυμίζει πλέον ότι εκεί βρισκόταν τα ψηλότερα κτίρια στον κόσμο. Μπορούσες να το δείς μόνο στις φωτογραφίες που έχει αναρτήσει η κυβέρνηση αλλά και στους χιλιάδες πάγκους που έχουν στήσει οικονομικοί μετανάστες πουλώντας σουβενίρ θανάτου. Όλοι αγόραζαν, αηδίασα και έφυγα..
Του ζήτησα να πάμε στο Μουσείο μοντέρνας τέχνης. Ήταν το μόνο που ήθελα να επισκεφθώ. Είχε μια καταπληκτική έκθεση γερμανικού εξπρεσιονισμού. Ένα φοβερό κτίριο, τεράστιο όπως καταλαβαίνετε. Για αυτό πήγα μόνο σε δύο αίθουσες. Υπάρχουν κι άλλα καταπληκτικά μουσεία στην πόλη.

Επειδή χρειάζεσαι όμως τουλάχιστον μία μέρα για το καθένα καλό είναι να επισκέφθεσται ένα σε κάθε ταξίδι σας γιατί δεν πρόκειται να προλάβετε να κάνετε τίποτε άλλο..
Μάζευα τα πράγματα και σκεφτόμουν ήδη το επόμενο ταξίδι στην Νέα Υόρκη. Για να είμαι ειλικρινής το έχω κιόλας προγραμματίσει.Τέλος Ιουνίου. Μπράβο, τελικά χώρεσαν όλα τα πράγματα στην βαλίτσα, ξέρετε ήταν το μοναδικό άγχος μου.

P.S: Έκανα κι άλλα πράγματα, αλλά για λόγους οικονομίας χώρου και κυρίως προσωπικής λογοκρισίας, θα τα μάθετε και θα τα ζήσετε μόνοι σας όταν με το καλό ταξιδέψετε στην Νέα Υόρκη..

Μικρές συμβουλές

Να:
-αγοράσετε τσιγάρα απο το αεροδρόμιο.Εκεί είναι πανάκριβα
-εχετε μαζί σας αθλητικά παπούτσια
-μην κολλάτε με τους ταξιδιωτικούς οδηγούς
-έχετε μαζί σας οπωσδήποτε κινητό τηλέφωνο
-πάτε στο B.B king live και στο Village Vangurd για να ακούσετε live
-επισκεφθείτε σίγουρα τo εστιατόριo Asia Di Cuba και το bar του ξενοδοχείου Handson.Αμφότερα τα έχει σχεδιάσει ο Phillip Stark.
-μιλάτε σε όσους σας μιλούν.Ο κόσμος εκεί είναι πιό ανοιχτός και ζεστός, πιάνουν αμέσως κουβέντα.
-κάνετε του κεφαλιού σας.
-δείτε τουλάχιστον μια συναυλία
-αγοράσετε το Time out , κάτι σαν το δικό μας Αθηνόραμα και την δωρεάν εφημερίδα Village Voice. Θα ξέρετε τα πάντα για την πόλη. Για αυτό δεν σας γράφω καμμία διεύθυνση....


Μην:
-καθήσετε σε μπάρ αν προηγουμένως δεν ρωτήσετε αν επιτρέπετε το κάπνισμα
-μην πάρετε αθλητικά παπούτσια.Δεν θα κλείνει η βαλίτσα
-πάτε στο Empire State Building
-κολλάτε με τους οδηγούς πόλης. Αν σας είναι απαραίτητος πάρτε αυτόν του Lonely Planet
-επισκεφθείτε το ροκφέλερ σέντερ και το Radio city.Οι ουρές είναι τεράστιες και δεν είναι
τίποτε άλλο παρά ένα κινηματοθέατρο κι ένας ουρανοξίστης.
-κανετε τηλέφωνα απο το ξενοδοχείο.Ξυρίζουν.
-αφήνετε φιλοδώρημα σε αγενείς και άξεστους σερβιτόρους , έστω κι αν θεωρείται υποχρεωτικό το 15% του λογαριασμού.
-πάτε στο Macy’s και φυσικά στην Αστόρια.Μπούούούού........