Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008

Fleetwood Mack!

I´m so afraid



Τραγούδι ύμνος στην αθωότητα, με ένα απίστευτο σόλο!

Ένα κομμάτι τώρα από τα αγαπημένα τών μαθητών του 2ου Λυκείου Φιλιππιάδας, παρά το ότι το τραγούδι γράφτηκε το 1977. Υπάρχει στο άλμπουμ Rumors, που θεωρείται από τα καλύτερα στην ιστορία της μουσικής. Το περιοδικό Rolling Stone το κατέταξε στο νούμερο 23 στην λίστα του με τα 500 καλύτερα όλων των εποχών, ενώ το Q στην 68η. Παγκοσμίως πούλησε πάνω από 33 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ.
Προσέξτε το ανέβασμα με το μπάσο λίγο πρίν το τέλος.

The Chain



Και κλείνουμε με την μεγάλη επιστροφή των Fleetwood, το 1987 με το άλμπουμ Tango in the night, που ξεπέρασε και αυτό τα 15 εκατομμύρια σε πωλήσεις. Ξεχωρίσαμε από εκεί το Big Love, που ήταν το αγαπημένο των θαμώνων της «Αποκάλυψης».

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

Τι ακούγαμε 20 χρόνια πρίν! 1988

Συγκλονιστικό!

You just stepped into the maintrack
Climbed down off the fence
Words are your weapon
Lies are your defence
I know what you want
And I see what you see
Youre looking for somebody
But he isnt me
Find yourself another
Because we will not be lovers

How your eyes are like tortures
And your presence is bliss
I never knew time
Could speed and zip like this
The touch of your flesh
Is tough to resist
Planets collide, collide
At the smack of your kiss
But you can kiss your brother
Because we will not be lovers

Now youre pulling down curtains
Youve been sparking old flames
Youve been causing disturbance
Crying for shame
Youve been knocking on doors
Youve been abusing my name
Youve been casting up doubt
Youve been throwing your blame
But you can throw it at your mother
We will not be lovers

Now the worlds full of trouble
Everybodys scared
The landlords are frowning
Cupboards are bare
People are scrambling
Like dogs for a share
Its cruel and its hard
But it nothing compared to
What we do to each other
To each other

We will not be lovers!


Έβγαλα το βινύλιο μετά από πολλά χρόνια από την δισκοθήκη. Δεν είναι δυνατόν. Παρά τα σκρατς από τα πολλά παιξίματα, σOυ κόβεται η ανάσα!

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

Ιστορία των SEEDS!

Από τα αγαπημένα μου κομμάτια, το πρώτο σίνγκλ των Seeds,με τίτλο, Cant seem to make you mine!



Στα μέσα της δεκαετίας του `60, δεκάδες underground μικρά συγκροτήματα γέμιζαν τις σκηνές των αμερικάνικων clubs, προσπαθώντας να μιμηθούν τη ροκ άποψη που επέβαλε μία από τις μεγαλύτερες μπάντες που προέκυψαν στη garage σκηνή. Οι Seeds είχαν μια απλότητα και ταυτόχρονα μια μουσική ιδιαιτερότητα που τους έκανε από νωρίς να ξεχωρίσουν.Άλλωστε δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Muddy Waters τους αποκάλεσε κάποτε «τους Rolling Stones της Αμερικής».

Το παρθενικό τους άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1966. Οι στίχοι του Sky Saxon έκρυβαν μια μυστηριώδη γοητεία, ενώ οι βρετανικές και μπλουζ επιρροές τους έκαναν εμφανές από την αρχή ότι η μπάντα προσανατολιζόταν προς έναν ήχο που τους διαφοροποιούσε κατά κόρον σε σχέση με τους κλασσικούς αμερικανοτραφείς ανταγωνιστές τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι υψηλές οκτάβες και ο φρενήρης ρυθμός του “Evil Hoodoo” που ως κομμάτι ήταν τόσο κοντά στο πανκ όσο οποιοδήποτε άλλο έβγαλε η δεκαετία του `70.



Παρόλα αυτά το κομμάτι που θα γινόταν σήμα κατατεθέν τους ήταν το πολυαγαπημένο, μέχρι και σήμερα, “Pushin’ Too Hard”, που συνδύαζε έναν καθαρόαιμο garage rock ήχο με μια τάση προς την ψυχεδέλεια. Πρωτεργάτης και κεντρική φιγούρα στη δημιουργία του σχήματος δεν ήταν άλλος από το χαρισματικό frontman του, τον Sky Saxon, που επιστράτευσε τους Jan Savage στις κιθάρες, Daryl Hooper στα πλήκτρα και Rick Andridge στα ντραμς και έκλεισε και την πρώτη συμφωνία με μια μικρή δισκογραφική εταιρεία του Λος Άντζελες για ένα πρώτο 45άρι που θα είχε τον τίτλο “Can’t Seem To Make You Mine” (1965). Αργό στο ρυθμό του, αλλά με τρομερή εσωτερική ένταση, το κομμάτι αυτό έμελλε να γίνει μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του συγκροτήματος, αναδεικνύοντας το μοναδικό φωνητικό ύφος του Saxon.

Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το “Pushin’ Too Hard”, το απόλυτο Seeds κομμάτι, όπως αναφέραμε πριν, που έφτασε μάλιστα μέχρι το #36 των charts του Billboard. Βασιζόταν σε ένα απλό riff, πάνω στο οποίο ο Sky Saxon είχε επενδύσει όλη την εφηβική οργή του, και χαρακτηριζόταν από έναν μινιμαλισμό ο οποίος αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για αναρίθμητες μπάντες στο μέλλον.



Ένα δεύτερο πιο περιπετειώδες LP κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1966 με τίτλο “Web Of Sound”. Το άλμπουμ ήταν γεμάτο με σκληρά 60’ς τραγούδια, συμπεριλαμβανομένου του 14λεπτου “Up In Her Room” αλλά και του άκρως χορευτικού “Mr.Farmer”, το οποίο και αποτέλεσε ακόμα μια επιτυχία στα Αμερικάνικα Charts για το συγκρότημα. Το κομμάτι έκανε μια δυναμική επιστροφή σχετικά πρόσφατα, μέσα από το soundtrack της ταινίας του Cameron Crow, “Almost Famous”.

Καθώς η δεκαετία του ‘60 πλησίαζε προς το τέλος της, οι Seeds κάνουν μια στροφή στην καριέρα τους εγκαταλείποντας το καθαρόαιμο garage για να πειραματιστούν πάνω στο πρωτοεμφανιζόμενο τότε flower – power κίνημα, πριν αυτό μεταμορφωθεί σε εμπορεύσιμη μόδα από τα media. Το αποτέλεσμα ήταν ο δίσκος “Future” (1967) όπου οι συνθέσεις του Sky Saxon περιείχαν έντονα acid στοιχεία ενώ η μπάντα καινοτομούσε, όπως αντίστοιχα οι Beatles στην Αγγλία, χρησιμοποιώντας Ανατολικού στυλ ενορχηστρώσεις και ήχους (θυμηθείτε χαρακτηριστικά τα “Travel With Your Mind” και “March of the Flower Children” από αυτό το δίσκο).

Το group συνέχισε να βρίσκεται στο προσκήνιο, ειδικά μετά το πέρασμα που έκανε από την ταινία του Jack Nicholson “Psych Out”. Ακολούθησε η κυκλοφορία του “The Wind Blows Your Hair” το 1967, που βρίσκει τη μπάντα να παίζει ως headliner πάνω από ονόματα όπως οι Doors, οι Buffalo Springfield, οι Vanilla Fudge, οι Byrds, οι Kinks, και οι Four Seasons, ενώ σε μια συναυλία στην Νέα Υόρκη βρέθηκαν να μοιράζονται τη θέση του headliner με τον Jimi Hendrix.

Λίγο αργότερα ήρθε η κυκλοφορία του “A Spoonful of Seedy Blues” που υπογραφόταν από τους Sky Saxon Blues Band και είχε σχόλια στο οπισθόφυλλο από το Muddy Waters. Το 1968, οι Seeds επιστρέφουν με το δίσκο “Raw and Alive: Merlins Music Box” που περιείχε δυνατές διασκευές στο κλασσικό υλικό της μπάντας αλλά και ένα καταιγιστικό καινούργιο κομμάτι το “Satisfy You”.



(O sky saxon διασκευάζει i wanna be your dog την εποχή που επανίδρυσε τους Seeds)

Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο Saxon επανασυνδέει τους αρχικούς Seeds για μια σύντομη περιοδεία το 1989, στην οποία εμφανίζονταν ως headliners δίπλα στους Love, τους Big Brother and the Holding Company και τους Strawberry Alarm Clock. Φτάνουμε στο 2002, όταν ο Sky αποφασίζει να φτιάξει τους Seeds από την αρχή, με νέους μουσικούς που αποτελούν και τη μοναδική μπάντα που κατάφερε ποτέ να αποδώσει την αυθεντική δύναμη της μουσικής παρακαταθήκης που δημιούργησε το σχήμα στο παρελθόν. Ξεκινώντας μια μεγάλη περιοδεία σε όλη την Ευρώπη, ο Saxon και οι ταλαντούχοι μουσικοί του απέδειξαν ότι, αν μη τι άλλο, ο θρύλος των Seeds είναι ακόμη εδώ…

Το 2004 ο Sky και οι Seeds πραγματοποίησαν μία σειρά συναυλιών στη Μεγάλη Βρετανία και την Ευρώπη, πότε μόνοι τους και πότε παρέα με τον Arthur Lee και τους Love, ενώ παράλληλα ηχογράφησαν το album, “Red Planet”, που βγήκε στην αγορά στα τέλη του χρόνου. Το 2006 κυκλοφόρησε το ολοκαίνουργιο album του Sky Saxon με τίτλο “Transparency”, για τη δημιουργία του οποίου συνεργάστηκε με μέλη πολύ σπουδαίων συγκροτημάτων, όπως οι Spacemen 3, οι Barracudas και οι Scientists.

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008

Ευλογημένος ο άνεμος που σε έφερε!

Bless The Weather - JOHN MARTYN
Time after time, I held it
Just to watch it die
Line after line, I loved it
Just to watch it cry.

Bless the weather that brought you to me
Curse the storm that takes you away
Bless the weather that brought you to me
Curse the storm that takes you home.

Wave after wave, I watched it
Just to watch it turn
Day after day, I cooled it
Just to watch it burn.





Bless the weather that brought you to me
Curse the storm that takes you home
Bless the weather that brought you to me
Curse the storm that takes you away.

Pain after pain I stood in
Just to see how it would feel
Rain after rain I stood in
Just to make it real.

Bless the weather that brought you to me
Curse the day you go away
Bless the weather that brought you to me
Curse the storm that takes you away.

Time after time, I held it
Just to watch it die
Line after line, I held it
Just to watch it cry.

Bless the weather that brought you to me
Curse the storm that takes you away
Bless the weather that brought you to me
Curse the storm that takes you away.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

Εποχή ... Moby!

Αγόρασα ένα δίσκο με κομμάτια συγκροτημάτων από το Μάντσεστερ. Μεταξύ αυτών υπάρχει κι ένα πολύ αγαπημένο που θέλω να το μοιραστώ μαζί σας, όπως και την ιστορία του...

Underworld - dark and long (dark train)



Το 1994 μεταξύ άλλων πραγμάτων που έκανα ήταν και η δημιουργία ενός club στην Άρτα. Μαζί με τον φίλο μου Κώστα Γαλήνα (ιδιοκτήτη τώρα της Vegera) νοικιάσαμε για απίστευτο εκείνη την εποχή ποσό ένα τεράστιο χώρο στον κέντρο της πόλης, όπου μέχρι τότε ήταν σκυλάδικο. Αποφάσισα να το ονομάσουμε Moby εξαιτίας της μανίας μου τότε με τον μουσικό.



Στην πρόσοψη της εισόδου είχαμε αναρτήση σε τεράστιο μέγεθος την φωτογραφία που βλέπετε παραπάνω. Την μεγέθυνση από το βινύλιο είχε κάνει ο Δημήτρης Παπαρύνης. Το είχαμε φωτογραφήσει και το έστειλε στην Άθήνα. Ήταν άκρως επιβλτική η είσοδος και το όνομα επιτυχημένο για την εποχή όπου ο Moby δεν ήταν γνωστός. Γιατί σας τα λέω όλα αυτά. Κάτι σαν εθνικός ύμνος για το μαγαζί την εποχή που εγώ έμεινα (ούτε ένα χρόνο) ήταν το κομμάτι Dark and Long των Underworld. Σβήναμε όλα τα φώτα, άνοιγε μόνο το στρόμπο λάιτ και έκλεινε το πρόγραμμα κάθε βράδυ με αυτό το τραγούδι, το οποίο χόρευαν όλοι σε μυστηριακή κατάσταση. Ωραίες εποχές.
Το μαγαζί υπάρχει ακόμη, με το ίδιο όνομα (προς τιμήν του ο Μαζαράκος με ρώτησε γιαυτό).



Έβαλα κα μερικά κομμάτια που έπαιζαν εκείνη την εποχή στο Moby για να πάρετε μια γεύση.

REACH (LIL MORE MIX) - LIL MO YING YANG (CLASSIC HOUSE)


Με το επέμενο τραγούδι των Everything But The Girl γινόταν ένας πανικός. Άρεσε πολύ, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι όλο το άλμπουμ είναι σχεδόν τέλειο.



Το επόμενο είναι το Children από τον Robert Miles. Dream House το ονόμαζαν τοτε εένα με ξενέρωνε δεν ξέρω γιατί, αλλά το παίζαμε καθώς ήταν σαρωτική επιτυχία το 1995.



Για να κλείσω όπως άρχισα οι Underworld, δημιουργήθηκαν το 80΄ από τους Karl Hyde καιRick Smith στην Βρετανία. Κυκλοφόρησαν κάποια άλμπουμ χωρίς επιτυχία, όμως το 1991 στο σχήμα μπήκε ο Darren Emerson, τρομερός Dj και γνώστης της ηλεκτρονικής μουσικής. Η μεγαλύτερη επιτυχια του συγκροτήματος ήρθεμε το Born Slippy που ακούγεται στο θρυλικό Trainspotting του Danny Boyle, όπως και το αγαπημένο μας Dark and Long. Μεχρι τότε δεν ειχε κυκλοφορήσει σε σίνγκλ, τ είχα σε παράνομο βινύλιο αό Αγγλία, φυσικά μετά αό ένα χρόνο που έπαιζε στην Άρτα κι αφού γνώρισε επιτυχία αό την ταινά κυκλοφόρησε και σε σίνγκλ.
Πολλά φιλιά !

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Σίγησε για πάντα ο κορυφαίος ISSAC HAYES!

Πέθανε ένας ακόμη κορυφαίος της Soul. Την Παρασκευή 2 Μαρτίου του 2007 μόλις είχε φτάσει στο Ιντερκοντινένταλ στην Αθήνα από Los Angeles. Ήπιαμε καφέ και συζητήσαμε για μουσκή παρά την κούρασή του. Έφυγε 65 ετών και πρόσφερε στην σύγχρονη μουσική τόσα πολλά. Λίγοι, μαζί με αυτόν χάραξαν την πορεία του ήχου του 20υ αιώνα.
Παραθέτω παλιότερο αφιέρωμα που του είχα κάνει..
Καλό ταξίδι!



Τρίτη, 27 Φεβρουάριος 2007

ISAAC HAYES «Ένας θρύλος στην Ελλάδα»
Το Σάββατο 3 Μαρτίου, η On Stage και η Astra παρουσιάζουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον ζωντανό θρύλο της soul, Isaac Hayes, έναν από τους σημαντικότερους και με μεγαλύτερη επίδραση μαύρους μουσικούς όλων των εποχών, live, στο Κλειστό Γυμναστήριο Φαλήρου (Tae Kwon Do).

Μια μοναδική ευκαιρία για τους λάτρεις της μαύρης μουσικής να δουν από κοντά έναν από τους τελευταίους μεγάλους του είδους. Είναι η πρώτη και ίσως να είναι και η τελευταία φορά που θα τον δούμε στην χώρα μας για αυτό τρέξτε. Πάντως όσοι δεν τον γνωρίζετε παραθέτουμε ένα απόλυτα πλήρες βιογραφικό του.

Εξηντα πέντε ετών σήμερα, ο Isaac Hayes “κουβαλάει” πίσω του μία τεράστια καριέρα 40 και πλέον χρόνων, κατά τη διάρκεια των οποίων συνεργάστηκε με ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της soul μουσικής, όπως οι Otis Redding, Johnnie Taylor, Bar Kays, Booker T. Jones (Booker T. and the MGs), Sam & Dave, Millie Jackson, Dionne Warwick και πολλοί άλλοι.Υπήρξε ο πρώτος Αφρο-Αμερικάνος συνθέτης που κέρδισε βραβείο Oscar, για το μουσικό θέμα της ταινίας Shaft, το 1971, ενώ θεωρείται ένας από τους βασικότερους συντελεστές της περίφημης δισκογραφικής εταιρείας Stax Records.

Μέχρι σήμερα, έχει 7 Νο. 1 R & B albums (με το κλασσικό “Hot Buttered Soul” να ξεχωρίζει), έχει συμμετάσχει σε δεκάδες κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, ενώ τα τραγούδια του έχουν διασκευαστεί ή χρησιμοποιηθεί σαν samples από αμέτρητους σύγχρονους καλλιτέχνες, όπως οι Massive Attack, Portishead, Tricky, TLC, TuPac Shakur, Eric B. And Rakim, Big Daddy Kane, Dr. Dre, Snoop Dog, Destiny’s Child, Ice Cube, Notorious B.I.G., Mase, DJ Quik, Yo To και άλλοι. Άλλωστε, αποτελεί μία από τις βασικότερες επιρροές της rap / hip hop σκηνής, αφού τόσο ο μονόλογος του Theme From “Shaft”, όσο και το περίφημο “Ike’s Rap” που ηχογραφήθηκε το 1970 (!!) – μια δεκαετία πριν από το, θεωρούμενο ως απαρχή του συγκεκριμένου μουσικού ρεύματος, “Rappers Delight” των Sugarhill Gang – είναι τα κομμάτια που στην ουσία έβαλαν τις βάσεις πάνω στις οποίες δούλεψαν αμέτρητοι μεταγενέστεροι μαύροι – και όχι μόνο – μουσικοί.

Το 2002 έγινε μέλος του Rock And Roll Hall Of Fame, ενώ τρία χρόνια αργότερα εισήχθη και στο Songwriters Hall Of Fame, μαζί με τους Robert B. Sherman, Richard M. Sherman, Bill Withers, John Fogerty, Steve Cropper και David Porter, γεγονός φυσιολογικό για έναν άνθρωπο που έχει συνθέσει τόσο σπουδαία και διαχρονικά κομμάτια, όπως το “Theme From Shaft”, το “Soul Man” και το “Hold On, I’m Coming”, μεταξύ άλλων.Για την ανθρωπιστική του εκστρατεία, η οποία κρατάει χρόνια και συνεχίζεται μέχρι σήμερα μέσω του Isaac Hayes Foundation, τιμήθηκε από τη βασιλική οικογένεια της Γκάνα και φέρει πλέον και ο ίδιος – έστω και τυπικά – τη βασιλική ιδιότητα, κάτω από το όνομα Nene Katey Ocansey I.

Ο Isaac Hayes έχει κερδίσει τη θέση του ως μία από τις επιδραστικότερες –και παραγωγικότερες– προσωπικότητες της Αφρο–Αμερικανικής κουλτούρας, εδώ και πολλά χρόνια και μέχρι σήμερα. Σπάνιος μουσικός και συνθέτης, συγγραφέας, ηθοποιός (χαρακτηριστικότατος ο ρόλος του ως “The Duke” στην περίφημη ταινία του John Carpenter «Απόδραση Από Τη Νέα Υόρκη»), επιτυχημένος επιχειρη-ματίας και εξαιρετικός... μάγειρας (άλλωστε, δά-νειζε και τη φωνή του στον, διάσημο πλέον, χαρακτήρα του Chef από τη γνωστή σειρά κινουμένων σχεδίων South Park, για εννέα περίπου χρόνια, πριν αποχωρήσει φέτος για λόγους δεοντολογίας), αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες παρουσίες του φετινού συναυλιακού χρόνου, ιδίως από τη στιγμή που είναι ελάχιστες οι φορές που μας επισκέπτονται τόσο σημαντικοί καλλιτέχνες της soul μουσικής.

SOULSVILLE: Τα νεανικά χρόνια του Isaac Hayes

Ο Isaac Hayes γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1942, στο Covington του Tennessee, μία περιοχή που βρίσκεται γύρω στα 50 χιλιόμετρα νότια του Memphis.Ορφάνεψε σε νηπιακή ηλικία, με αποτέλεσμα να μεγαλώσει, μαζί με την αδελφή του Willete, υπό την επίβλεψη και φροντίδα των γονέων της μητέρας του, Willie και Rushia Addie-Mae Wade, οι οποίοι εμφύσησαν στον Hayes την αγάπη τους για τις απλές απολαύσεις της αγροτικής ζωής. “Καλλιεργούσαμε μόνοι μας την τροφή μας, είχαμε καλαμπόκι και μελάσσα, ενώ ένας σάκος αλεύρι μπορούσε να μας κρατήσει για αρκετούς μήνες. Πέρα από το ότι εκτρέφαμε και λίγα ζώα, ο παππούς μου συχνά πήγαινε για κυνήγι κι επέστρεφε με μερικούς λαγούς, οπότε είμασταν απόλυτα ικανοποιημένοι με αυτά που είχαμε. Όταν όμως μεταφερθήκαμε στο Memphis βρεθήκαμε μπροστά σε μια πρωτόγνωρη εμπειρία.”Δυστυχώς όμως, μετά τον πρόωρο χαμό των γονιών του, η ζωή έμελλε να δείξει ξανά το σκληρό της πρόσωπο.

Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, η υγεία του παππού του άρχισε να χειροτερεύει ραγδαία. Από ένα σημείο και μετά έμεινε κατάκοιτος, για να πεθάνει τελικά όταν ο Isaac είχε φτάσει στην ηλικία των 11 ετών. «Τότε ήταν που αντιμετωπίσαμε πραγματικά δύσκολες στιγμές σαν οικογένεια», θυμάται ο ίδιος, «όταν ξεκίνησα να δουλεύω σε βαμβακοφυτείες και να κάνω, στην κυριολεξία, ένα σωρό διαφορετικές δουλειές, έτσι ώστε να τα βγάζουμε πέρα.»
Μοιάζει σαν ειρωνεία της τύχης, αλλά η τωρινή επίσημη κατοικία του, στο ανατολικό Memphis, έχει θέα σε αυτά ακριβώς τα λειβάδια όπου οι αφρο-αμερικάνοι καλλιεργούσαν το βαμβάκι –συνήθως για λογαριασμό των γαιοκτημόνων– επί δύο αιώνες.

Ο Hayes, βέβαια, δεν έμεινε μόνο σε αυτό, αφού παράλληλα έκανε διάφορα θελήματα για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, γι’ αυτόν και την υπόλοιπη οικογένειά του. Κούρευε το γρασίδι σε κήπους, παρέδιδε τα ψώνια, καθώς και ξύλα για θέρμανση σε διάφορα σπίτια, ενώ στον...ελεύθερο χρόνο του καθάριζε τα παπούτσια των περαστικών στη Beale Street.Για έναν έφηβο, όμως, η φτώχεια είναι πολύ σκληρή, ιδίως από τη στιγμή που συνδυάζεται με την πρώτη συνειδοτοποίηση που επέρχεται, συνήθως, σε αυτή την ηλικία. Στην περίπτωση του Hayes είχε ένα αποτέλεσμα που έμελλε να τον σημαδέψει για την υπόλοιπη ζωή του.

Αισθανόμενος μειονεκτικά απέναντι στους συνομηλίκους του, λόγω της τραγικής οικονομικής κατάστασής του, και πιστεύοντας ότι δεν μπορεί να προσελκύσει τα κορίτσια επειδή δεν είναι καλοντυμένος, αποφάσισε να εγκαταλείψει το Manassas High School, όπου φοιτούσε. Μετά από έξι εβδομάδες, μία αντιπροσωπεία καθηγητών κατέφθασε στο σπίτι του για να πει τα νέα στη γιαγιά του. «Θεέ μου, ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί...», θυμάται, «αλλά εκείνοι το μόνο που της είπαν ήταν πως ‘αυτός ο νεαρός έχει πολλά να προσφέρει και δεν έχουμε τη δυνατότητα να τον χάσουμε.’»Οι καθηγητές μάζεψαν ορισμένα ρούχα και τα πρόσφεραν στον νεαρό Isaac, ο οποίος αποφάσισε να επιστρέψει στο σχολείο και να πάρει, τελικά, το απολυτήριό του.

Αυτή η κίνηση τους χαράχτηκε ανεξίτηλα στο μυαλό και την ψυχή του και αποτελεί το βασικό λόγο που ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης έχει αφιερώσει πάρα πολύ χρόνο καταβάλοντας προσπάθειες για την εξάλειψη του αναλφαβητισμού και, αντίστοιχα, την εξάπλωση της –βασικής, τουλάχιστον– μόρφωσης σε όλα τα κοινωνικά στρώματα του πληθυσμού, τόσο στις Η.Π.Α., όσο και στις φτωχές χώρες της Αφρικής. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν η Πολιτεία του Tennessee αποφάσισε να τον τιμήσει, εκείνος φρόντισε να μεταφέρει το αντίστοιχο βραβείο στο Manassas High School.Ο Hayes τραγουδούσε στην εκκλησία από την ηλικία των πέντε, αλλά σταμάτησε όταν η φωνή του «έσπασε», στην εφηβεία. Λίγο αργότερα, μετά από προτροπή ενός σχολικού συμβούλου, συμμετείχε σε έναν διαγωνισμό ταλέντων, τραγουδώντας την επιτυχία του Nat King Cole, Looking Back. Όπως λέει ο ίδιος «όταν τελείωσα όλοι είχαν σηκωθεί όρθιοι και χειροκροτούσαν με ενθουσιασμό!

Πραγματικά ένιωσα υπέροχα! Μέσα σε μια νύχτα ένα σωρό κορίτσια, ακόμα και μερικά που πήγαιναν μία – δύο τάξεις πιο ψηλά από εμένα, με προσκαλούσαν να βγούμε για φαγητό! Αληθινή μεταστροφή στη μέχρι τότε ‘καριέρα’ μου! Έτσι, άρχισα να ασχολούμαι με τη μουσική στα σοβαρά.»Αμέσως μετά, έγινε μέλος της σχολικής μπάντας και έμαθε να παίζει σαξόφωνο υπό την καθοδήγηση του Lucian Coleman, αδελφού του hard-bopper George Coleman. Παράλληλα, ο Hayes καταπιάστηκε με όλα σχεδόν τα παρακλάδια της μαύρης μουσικής, αφού τραγουδούσε gospel με τους Morning Stars, doo-wop με τους Sir Isaac and the Doo-Dads, τους Teen Tones και τους Ambassadors, ενώ έπαιζε και λίγη jazz με τους Ben Branch Band στο Club Tropicana, στο βόρειο Memphis.

Αργότερα έπαιζε σαξόφωνο και τραγουδούσε blues στους Calvin Valentine and the Swing Cats, διασκέδαζε τους μαθητές μαζί με τους Missiles σε parties αποφοίτησης και, παράλληλα, έκανε εντατικά μαθήματα πιάνου.


Τα χρόνια της Stax

Ο Hayes αποφοίτησε τελικά σε ηλικία 21 ετών από το Manassas, το 1962. Ήταν η χρονιά αμέσως μετά από τις πρώτες του κυκλοφορίες της νέας δισκογραφικής εταιρείας με το όνομα Stax Records, μέρος της Satellite Records και του Satellite Record Store, το οποίο άνοιξε το 1958 και στεγαζόταν στο παλιό Capitol Theatre. O Hayes κέρδισε πολλές υποτροφίες από κολέγια, χάρη στο εξαιρετικό μουσικό ταλέντο του, αλλά επέλεξε να μην πάει σε κανένα από αυτά. Αντ’ αυτού, εντρύφησε αρκετά στις γνώσεις του στο πιάνο έτσι ώστε να βρει δουλειά με το βαρύτονο σαξοφωνίστα Floyd Newman στο Plantation Inn στο δυτικό Αρκάνσας.

Ο Newman συνεργάστηκε –και αυτός– με την Stax Records στα τέλη του 1963: το “Frog Stomp” ήταν το μόνο solo single που ηχογράφησε ποτέ, στο οποίο συμμετείχε ο Hayes στη σύνθεση και στο πιάνο.«Εκείνη την περίοδο που ήμουν εκεί», θυμάται ο Hayes, «ο Jim Stewart, ιδιοκτήτης της Stax, με κοίταξε και είπε, ‘Κοίτα, ο Booker T , από τους Booker T & the MG’s πήγε στην Ιντιάνα και χρειάζομαι κάποιον που να παίζει πλήκτρα. Τη θες τη δουλειά;’ Ναι!, είπα.» Οι πρώτες ηχογραφήσεις του, επί πληρωμή, ήταν με τον Otis Redding στις αρχές του 1964 και ο Hayes έγινε σύντομα μία πανταχού παρουσία στη Stax.

Λίγο αργότερα, ο τραγουδιστής και στιχουργός David Porter πρότεινε στον Hayes να συνεργαστούν σα συνθέτες. Μετά από μερικές δειλές προσπάθειες για τον Porter (“Can’t See You When I Want To”) και την Carla Thomas (“How Do You Quit [Someone You Love]”, τα πάντα άρχισαν να προσλαμβάνουν μεγάλες διαστάσεις.Ως συνθέτες, ενορχηστρωτές και παραγωγοί, το δίδυμο Hayes-Porter έγινε το πολυτιμότερο αγαθό της Stax αρχίζοντας το 1966-67. Τα hits των Sam & Dave “You Don’t Know Like I Know”, “Hold On! I’m Comin’”, “Said I Wasn’t Gonna Tell Nobody” και “Soul Man”, το περίφημο R&B κομμάτι που κέρδισε βραβείο Grammy και παραμένει εξαιρετικά δημοφιλές μέχρι σήμερα, ήταν ανάμεσα στις 200 συνθέσεις των Porter-Hayes που έγιναν επιτυχίες. Για την Carla Thomas ήταν τα “Let Me Be Good To You” και “B-A-B-Y”, ενώ για το Johnnie Taylor ήταν το “I Had A Dream”.

Το ντεμπούτο σόλο του Hayes “Presenting Isaac Hayes”, ηχογραφήθηκε ως τρίο (με το μπασίστα των MG’s Duck Dunn και το ντράμερ Al Jackson) τις πρώτες πρωινές ώρες μετά από ένα ολονύχτιο πάρτυ της Stax. Το προσωπικό, αισθησιακό, με άρωμα τζαζ, τζαμάρισμα δεν κατάφερε να μπει στα charts, αλλά έγινε σημείο αναφοράς για πολλούς μελλοντικούς δίσκους.Η δουλειά του Hayes με τους Sam & Dave, Otis Redding, Booker T & the MG’s, Mar-Keys, Rufus & Carla Thomas και, γενικότερα, όλο το δυναμικό της Stax, έγινε ο ήχος γνωστός ως “Memphis Sound”. Άλλαξε τελείως την pop μουσική και επηρέασε τους πάντες, από τον Elvis Presley και το Ray Charles, μέχρι τους Beatles και τους Rolling Stones.Στις 4 Απρίλη του 1968, ενώ η Stax οριστικοποιούσε την πώλησή της στην εταιρία Gulf & Western, ο Dr. Martin Luther King Jr. δολοφονήθηκε στο ξενοδοχείο Lorraine στο κέντρο του Μέμφις.

Ο Hayes, ο οποίος υποστήριζε τον King στην μάχη του για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ήταν προγραμματισμένο να τον συναντήσει εκείνη τη μέρα. «Με επηρέασε πάρα πολύ», είπε ο Hayes. «Για έναν ολόκληρο χρόνο, δεν μπορούσα να δημιουργήσω. Είχα τόση πικρία και θυμό. Σκέφτηκα, τι μπορώ να κάνω; Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, γι’ αυτό θα γίνω επιτυχημένος και θα αποκτήσω δύναμη, ώστε να μπορώ να έχω μια φωνή που θα ακουστεί και θα κάνει τη διαφορά. Έτσι γύρισα στη δουλειά και ξανάρχισα να γράφω.

”Τα Χρόνια Της Enterprise Και Το Oscar Για Το “Shaft”

Ο Isaac Hayes ξαναβγήκε στην επιφάνεια το καλοκαίρι του 1969 με το album - ορόσημο “Hot Buttered Soul” και η καριέρα του Hayes δε θα ήταν ποτέ πια η ίδια. Το LP ήταν μια συλλογή από τέσσερα οργιώδη, αισθησιακά κομμάτια, από την 12-λεπτη εκτέλεση του “Walk On By”, που άνοιγε το album, μέχρι το 18-λεπτο “By The Time I Get To Phoenix”, που το έκλεινε. Και οι δύο μεριές μπήκαν στο TOP 40 των R&B κομματιών. Το LP έμεινε στο Pop chart για 81 εβδομάδες! Ανάγκασε τη μουσική βιομηχανία να υπολογίσει, για πρώτη φορά, τη μουσική Soul ως μορφή τέχνης αποτυπωμένη σε άλμπουμ. Μία νέα εποχή Αφρο-κεντρισμού και Μαύρης Δύναμης ανέτειλε, και το να αφιερωθεί ολόκληρο το εξώφυλλο του δίσκου στο ξυρισμένο κεφάλι του Hayes ήταν μία δήλωση επανάστασης.Το “Hot Buttered Soul“ κυκλοφόρησε κάτω από την ετικέτα της Enterprise (ναι, από το διαστημόπλοιο στο Star Trek), θυγατρικής της Stax, όπου ο Ηayes θα ηχογραφούσε για τα επόμενα πέντε χρόνια και θα έφερνε επτά Νο 1 albums!

Στις αρχές των 70’s δεν υπήρχε εβδομάδα που δύο ή ακόμη και τρία albums του δεν ήταν στα charts.Το 1970 βγήκαν στην αγορά δύο ακόμα δουλειές του, μέσα από τις οποίες επανακυκλοφόρησαν παλιότερα κομμάτια του σε μικρότερες εκτελέσεις: το “The Isaac Hayes Movement” (7 εβδομάδες Νο 1 με το “I Stand Accused”) και το “…To Be Continued” ( 11 εβδομάδες Νο 1, με την πρώτη έκδοση του “Ike’s Rap”.

Η άφιξη της ταινίας “Shaft“ το καλοκαίρι του 1971 με διπλό LP soundtrack και το ομώνυμο τραγούδι τίτλων ήταν καθοριστικό σημείο για την καριέρα του. To τρίο που αποτέλεσαν ο Isaac Hayes, ο πρωταγωνιστής της ταινίας Richard Roundtree και ο σκηνοθέτης Gordon Parks έδωσε σάρκα και οστά σε μία νέα εποχή «Μαύρης ενδυνάμωσης». Το “Shaft“ ήταν το πρώτο album στην ιστορία από solo μαύρο καλλιτέχνη που έφτασε Νο 1 - και στο Pop και στο R&B chart - για 14 εβδομάδες. Την επόμενη χρονιά, ο Hayes έγινε ο πρώτος αφροαμερικάνος συνθέτης που κέρδισε βραβείο Oscar για την καλύτερη μουσική σε ταινία. Στις επόμενες δεκαετίες συνέχισε να γράφει μουσική για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.Το 1971 και ενώ το “Shaft” ακόμη μεσουρανούσε, ο Hayes κυκλοφόρησε ένα καινούριο διπλό LP, με τον τίτλο Black Moses (No 1 για 7 εβδομάδες, το οποίο περιείχε και το διάσημο “Never Can Say Goodbye”), ένα προσωνύμιο που θα τον ακολουθούσε για πολλά χρόνια αργότερα.Αργότερα την ίδια χρονιά ήρθε το άλμπουμ “Joy“. Εκτός από το ομότιτλο κομμάτι, μία crossover R&B και pop επιτυχία, περιείχε και το “I Love You That’s All”, το οποίο στο μέλλον σάμπλαραν πολλοί, από τις TLC και τους Massive Attack μέχρι τους Eric B. & Rakim και Big Daddy Kane. Στην τελευταία δεκαετία, η μουσική του Hayes έχει σαμπλαριστεί – επισήμως – 200 φορές σε ηχογραφήσεις από Dr. Dre, Snoop Dog, Dj Quik, Ice Cube, Destiny’s Child, Tricky, Portishead (στο περίφημο “Glory Box”), TuPac Shakur και Notorious B.I.G.


Μια Νέα Εποχή / Κινηματογράφος Και Τηλεόραση

Το 1974 οι σχέσεις του με τη Stax/Enterprise είχαν αρχίσει να γίνονται όλο και χαλαρότερες, λόγω επαγγελματικών διαφωνιών. Έτσι, το 1975, ο Hayes ίδρυσε τη δική του δισκογραφική εταιρεία μέσω της ABC Records: την HBS (ή Hot Buttered Soul). Με το πρώτο του νέο album, “Chocolate Chip“ (No 1 για 7 εβδομάδες με το ομότιτλο R&B hit), έδειξε ότι μπορεί να προσαρμοστεί στην εποχή της disco, κρατώντας όμως την προσωπική του μουσική ταυτότητα άθικτη.Ακολούθησαν τρία νέα albums στην HBS το 1976, τα οποία μπήκαν στο Top 20 των R&B charts: “Disco Connection“, “Groove-A-Thon“ και “Juicy Fruit (Disco Freak)”.

Η περιοδεία του με τη Dionne Warwick στις αρχές του 1977, αποτυπώθηκε σε βινύλιο στην τελευταία ηχογράφηση της HBS, αφού οι οικονομικές δυσκολίες ήταν πολλές και ανάγκασαν τον Hayes να δηλώσει χρεοκοπία.Ξαναβγήκε στην επιφάνεια στα τέλη του 1977 με ένα νέο δισκογραφικό συμβόλαιο, αυτή τη φορά στην Polydor, χρησιμοποιώντας ως νέα του βάση την Ατλάντα και με νέο album, το “New Horizon”. Ακολούθησαν δύο ακόμα κυκλοφορίες, τα “For The Sake Of Love” και “Don’t Let Go”.Έπειτα έφτασε η εποχή όπου ο Hayes άρχισε να παίζει μικρούς ρόλους σε κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες αλλά και σειρές. Το 1981 έπαιξε τον κακό Duke στην ταινία του John Carpenter Escape From New York, ενώ το 1985 έπαιξε ρόλους σε σειρές όπως A-Team και Miami Vice, στην τηλεοπτική ταινία Jailbait: Betrayed by Innocence, καθώς και σε δύο ακόμα κινηματογραφικές ταινίες, Counterforce και Dead Aim (1987).Από τότε, δεν πέρασε ούτε χρόνος που να μην έπαιξε έναν και δύο ρόλους σε ταινίες. Ανάμεσα στις 36 που έχει κάνει, από το 1990 μέχρι σήμερα, είναι οι:Fire, Ice & Dynamite (με τον Roger Moore), Guilty As Charged (με τον Rod Steiger), Final Judgement (με τον Brad Dourif, 1992), Posse (με τον Mario Von Peebles, 1993), Ρομπέν των Δασών: Οι Ήρωες με τα Κολάν του Mel Brooks (1993), It Could Happen To You (με τον Nicolas Cage, 1994), Once Upon A Time… When We Were Colored (με τον Richard Roundtree, 1995), Flipper (με τον Paul Hogan, 1996), Six Ways To Sunday (με τη Debbie Harry, 1997), Ninth Street (με τον Martin Sheen, 1999, για την οποία έγραψε και το soundtrack), Reindeer Games (με τον Ben Affleck, 2000), Shaft (re-make με τον Samuel L. Jackson, 2000), A Man Called Rage (με τον Lance Henriksen, 2002) και την ολοκαίνουρια τηλεταινία Book Of Days (με τον Will Wheaton).

Την ίδια στιγμή, κρατούσε διάφορους ρόλους, μικρούς αλλά και μεγαλύτερους, σε γνωστές τηλεοπτικές σειρές όπως οι “Tales From The Crypt”, “The Fresh Prince Of Bel-Air”, “Sliders”, “The Hughleys”, “The Education Of Max Bickford”, “Fastplane”, και πιο πρόσφατα στη σειρά “Girlfriends” με την Tracee Ellis Ross.Από μουσικής πλευράς, ο Hayes είχε γυρίσει στο προσκήνιο στα τέλη του 1986 με νέο συμβόλαιο στην Columbia και νέο album, το “U-Turn“, με single μία νέα έκδοση του “Ike’s Rap”. Το τραγούδι είχε τόσο έντονο μήνυμα ενάντια στο κρακ, που ο στίχος “Don’t Be A Resident Of Crack City” (Μην είσαι κάτοικος της πόλης του κρακ), έγινε σλόγκαν ενός κέντρου αποτοξίνωσης στο Detroit.


Το κάλεσμα Της Αφρικής

Ο ρόλος του Hayes ως ανθρωπιστή έγινε ευρύτερα γνωστός, όταν ταξίδεψε με τον Barry White στην Ακτή του Ελεφαντοστούν, στην Αφρική, στα τέλη του 1991, για να γυρίσει ένα video clip για το single του White “Dark And Lovely (You Over There)”.Όταν γύρισε στην Αμερική, ο Hayes βγήκε στο δρόμο και μίλησε σε Αφροαμερι-κάνικες κοινωνικές ομάδες και σε εκθέσεις σε όλη τη χώρα. Ενθάρρυνε όλους όσους γνώριζε να επισκεπτούν την Αφρική, αν μπορούσαν, να μιλήσουν με τους ανθρώπους εκεί ή τουλάχιστον να υποστηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη. Σε μία τελετή που έγινε προς τιμήν του στη Γκάνα, τον Δεκέμβρη του 1992, συμμετείχαν και οι Public Enemy, οι οποίοι έδωσαν εκεί συναυλίες με τoν Hayes.

Παιδεία και Μόρφωση

Ο Hayes έχει δείξει μεγάλη αφοσίωση στην καμπάνια για την εξάπλωση του μηνύματος ότι η παιδεία και η μόρφωση είναι τα κλειδιά για την ελευθερία και την ευημερία στον κόσμο. Το 1993 έγινε επίσημα ο διεθνής εκπρόσωπος για την καμπάνια “Εφαρμοσμένη Εκπαιδευτική Σταυροφορία για την Παγκόσμια Παιδεία”. Πολύ σύντομα μετά από αυτό, ίδρυσε το Ίδρυμα Isaac Hayes (The Isaac Hayes Foundation), του οποίου αποστολή είναι να βοηθήσει ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να ολοκληρωθούν, μέσα από τη μόρφωση, τη μουσική παιδεία και μέσα από προγράμματα που ενισχύουν την αυτοεκτίμηση του ανθρώπου.

Το 1995, μόλις είχε υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Virgin Records, κυκλοφόρησε δύο νέα CDs: το “Raw And Defined” και το “Branded”.Το 1998 συμμετείχε στο “Blues Brothers 2000” soundtrack, μαζί με καλλιτέχνες όπως οι B. B. King, Gary US Bonds, Eric Clapton, Bo Diddley, Dr. John, Billy Preston, Lou Rawls, Koko Taylor, Jimmie Vaughan, Steve Winwood, Grover Washington και πολλούς άλλους.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2008

Luther Ingram. Μια μεγάλη φωνή της Soul!

Μετά από μια μακράς διάρκειας απουσία λόγω διακοπών επιστρέφουμε ξανά στις επάλξεις. Αυτή την φορά με την βιογραφία ενός σημαντικού Soul τραγουδιστή που μας κράτησε ζεστή συντροφιά στα 2.500 χιλιόμετρα του οδοιπορικού των διακοπών μας. Καλή χρονιά με υγεία!

LUTHER INGRAM

30 Νομεβρίου 1937 - 22 Μαρτίου 2007

Γεννήθηκε στο Jackson του Τennessee και ήταν ένα από τα επτά παιδιά της οικογένειας. Ξεκίνησε το τραγούδι από πολύ μικρή ηλικία και ήταν η μητέρα του αυτή που τον ενθάρρυνε με την συμμετοχή του στο οικογενειακό gospel γκρούπ, The Mindwest Crusaders.

Λίγα χρόνια αργότερα μαζί με τα αδέρφια του και κάποιους από τους συμμαθητές του στο γυμνάσιο σχημάτισε ένα φωνητικό γκρουπ γνωστούς σαν The Gardenias. Σε κάποια από τις περιοδείες τους γνωρίστηκαν με τον Ike Turner ο οποίος έκανε την παραγωγή στο πρώτο τους τραγούδι, Flaming Love.



Στις αρχές της δεκαετίας του 60΄αποφασίζει να ακολουθήσει σόλο καριέρα και μετακομίζει στην Νέα Υόρκη. Έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει και παράλληλα έψαχνε δισκογραφική εταιρία για να δώσει τα τραγούδια του. Γνώρισε κάποιους τραγουδιστές που έκαναν τα δεύτερα φωνητικά στην εκπομπή του Ed Sullivan και τον έστειλαν στην Decca Records που εκείνο το διάστημα έψαχνε νέα ταλέντα. Μπροστά στον Milt Gabler τραγούδησε ακαπέλα το τραγούδι του You Never Miss Your Water και το συμβόλαιο ήταν γεγονός.

Δυστυχώς το τραγούδι δεν γνώρισε επιτυχία και έτσι άρχισε να εργάζεται ως session μουσικός και να γράφει τραγούδια για άλλους, όπως ο Johnny Nash. Εκείνο το διάστημα συγκάτοικος του στο διαμέρισμα στο Μανχάταν ήταν ο Jimi Hedrix που έψαχνε για δουλειά. Σαν συνθέτης συνεργάστηκε με το θρυλικό δίδυμο των Jerry Leiber και Mike Stoller, τον βοήθησαν μάλιστα να υπογράψει συμβόλαιο με την εταιρία Smash, θυγατρική της Mercury.

Tα χρόνια κύλησαν ανεπιτυχώς. Όλα άλλαξαν όταν το 1968 υπέγραψε στην ΚοΚο Records. Λίγο καιρό αργότερα η μικρή αυτή ανεξάρτητη εταιρία έκανε συμφωνία διανομής των δίσκων της από την μεσουρανούσα εκείνη την εποχή Stax.Ήρθε λοιπόν και η πρώτη επιτυχία στα charts το 1969 με το τραγούδι, Pity for the lonely. Δεύτερή του άνοδος ήταν ένα κομμάτι το οποίο έκαναν επιτυχία τρία χρόνια αργότερα και οι Emotions, το My honey and me.

Τρίτο σίνγκλ του Luther την άνοιξη του 1970 το Ain´t that loving you, τραγούδι που ήταν και το πρώτο του Τοπ Τεν στον μαύρο κατάλογο επιτυχιών. Αρχικά το κομμάτι είχε ερμηνεύσει ο Johnny Taylor τo 1967. Την ίδια περίοδο οι συνθετικές του ικανότητες βοήθησαν τους Staples Singers να μπουν για πρώτη φορά στα πέντε πρώτα με το τραγούδι που τους έγραψε, το Respect Yourself, ένα κομμάτι που προέτρεπε τους νεαρούς Αφροαμερικανούς να έχουν μεγαλύτερο σεβασμό στον εαυτό τους.

Η εποχή της μεγάλης δόξας είχε φτάσει. Τέσσερα ακόμη τραγούδια του από το ντεμπούτο του άλμπουμ I´ve been here all the time, χτύπησαν το R&B chart μεταξύ του Μαίου του 1971 και του Φεβρουαρίου του 1972.

Το 1972 έκανε την μεγαλύτερη επιτυχία του αφού το (If loving you is wrong) I don´t want to be right, σκαρφάλωσε μέχρι το νούμερο 3 στο Hot 100 του Billboard και πούλησε εκατομμύρια δίσκους. Το τραγούδι που ήταν μια κλασική παλαιότερη επιτυχία των Homer Banks, Raymond Jackson και του Carl Hampton, ηχογραφήθηκε στα περίφημα Muscle Shoals στούντιο στην Αλαμπάμα με παραγωγό τον Johnny Baylor και η φωνή του Luther έδωσε μια διαφορετική διάσταση δημιουργώντας μια μεγάλη επιτυχία.

Όλα αυτά τον έκαναν σούπερ σταρ και είχαν σαν αποτέλεσμα να περιοδεύσει μαζί με τον Isaac Hayes, σπάζοντας οι δυο τους κάθε ρεκόρ εισιτηρίων στο Apollo της Νέας Υόρκης. Συνέχισε τις περιοδείες του σε όλη την χώρα με σπουδαία ονόματα της μαύρης μουσικής όπως οι Temptations, Four tops, Aretha Franklin, B.B.King, Al Green και άλλοι.

Το δεύτερο άλμπουμ για την ΚοΚο Records απέφερε αρκετά ακόμη hits, μεταξύ των οποίων, το I´ll be your shelter, Always και Love ain´t gonna run me away. To 1978 δημιουργεί ένα ακόμη Τοp 20 με το Do you love somebody που έγινε και ο τίτλος του τελευταίου του δίσκου για την ΚοΚο.

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, περισσότερο των 8 χρόνων έμεινε εκτός δισκογραφίας και επέστρεψε το 1986 με καινούργιο συμβόλαιο με την Profile και νέα επιτυχία στο R&B chart με το Baby don´t go too far.

To 2001 άρχισε να υποφέρει από νεφρική ανεπάρκεια. Δυστυχώς η κακή οικονομική διαχείριση όλα τα προηγούμενα χρόνια τον έφερε σε ακόμη δυσκολότερη κατάσταση κι έτσι δεκάδες Soul καλλιτέχνες διοργάνωσαν φιλανθρωπικές συναυλίες για να μαζέψουν χρήματα.
Στις 22 Μαρτίου του 2007 ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης άφησε την τελευταία του πνοή στο Καθολικό νοσοκομείο του Σεν Λιούις.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007

Συνέντευξη ΠΥΞ ΛΑΞ στο περιοδικό Ωs3

Τους είχα πρωτογνωρίσει στην Άρτα, στο club Moby, ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ. Ακούσαμε ωραίες μουσικές και μιλήσαμε για έρωτες και άλλα δαιμόνια. Ωραίοι τύποι χαλαροί, χωρίς τουπέ και με μεγάλες δόσεις μελαγχολίας. Όπως και τα τραγούδια τους. Λίγες ημέρες αργότερα μου τηλεφώνησαν και μου ζήτησαν να παίξω μουσική πριν την συναυλία που θα έδιναν στα Γιάννενα. Πήγα. Ρόκ και Σόουλ μουσικές πρίν και στο διάλλειμα της συναυλίας τους. Μερικά χρόνια αργότερα τηλεφώνησα στον Φίλιππο Πλιάτσικα και του ζήτησα μια συνέντευξη για το συγκρότημα. Μου μίλησε για όλους και για όλα. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό τέχνης Ωs3, το 2003, αν θυμάμαι καλά. Την αναδημοσιεύω για να θυμηθούμε τι έλεγε ο Φίλιππος πρίν διαλυθεί το συγκρότημα.




Συνέντευξη: Γιώργος Κολοβάτσιος


...Τα τραγούδια είναι τα μόνα που δεν μπορούν να πουν ψέματα. Αν δηλαδή θέλει κάποιος να μάθει πράγματα για ένα μουσικό, μπορεί να τα μάθει μέσα από τα τραγούδια του...

Για πρώτη φορά στον τίτλο ενός δίσκου του συγκροτήματος υπάρχει η λέξη χαρούμενος. Αν υποθέσουμε ότι οφείλεται στις συνεργασίες με μεγάλα ονόματα της παγκόσμιας rock σκηνής, όπως ο Eric Burdon, o Steve Wynn, o Marc Almond, o Gordon Gano, τότε έχει καλώς. Όλοι οι παραπάνω μαζί με τους δικούς μας Ψαραντώνη, Μελίνα Τανάγρη και Μιχάλη Τζουγανάκη συμμετέχουν στο νέο άλμπουμ των Πυξ Λαξ που περιέχει μια σειρά από καινοτομίες. Πρώτη από όλες, ο αγγλικός στίχος σε πολλά και παλιά τραγούδια. Οι «Παλιές Αγάπες», το «Πούλα με» και το «Μοναξιά μου Όλα» προσαρμοσμένα στα αγγλικά, ενώ μια αργόσυρτη διασκευή του «Satisfaction» των Rolling Stones, τα λέει όλα... Το «ως3» μίλησε με τον Φίλιππο Πλιάτσικα, ο οποίος μας εκμυστηρεύτηκε πολλά για το νέο δίσκο αλλά και για την πορεία του συγκροτήματος.

Πως προέκυψε η συνεργασία με τον Eric Burdon;
Ξεκίνησε από μια ιδέα που είχαμε και κατέληξε ευτυχώς για μας αισίως, να πάρουμε κάποια παλιότερα τραγούδια δικά μας και να γίνει παραλλαγή με νέα ενορχήστρωση και αγγλικό στίχο. Επιπλέον θέλαμε να τα τραγουδήσουν άνθρωποι που έχουμε αγαπήσει πάρα πολύ την ιστορία τους, αλλά και τον τρόπο που δρουν και ζουν μέσα στην μουσική. Ένας από αυτούς ήταν ο Eric Burdon και νομίζω πως όλοι όσοι ασχολούνται με την μουσική καταλαβαίνουν ότι είναι μια από τις μεγαλύτερες μορφές της παγκόσμιας ροκ σκηνής.

Ήταν δύσκολο να τον προσεγγίσετε;
Τελικά δεν ήταν και τόσο δύσκολο όσο φαινόταν στην αρχή, γιατί συνδυάστηκε η δισκογραφική συνεργασία που κάναμε με τις ζωντανές εμφανίσεις στο ΒΟΞ τον Απρίλη. Κάτι που επίσης θεωρούσαμε ακατόρθωτο, να έρθει να παίξει μαζί μας τα τραγούδια του. Όλα έγιναν τελείως απλά. Τελικά η μουσική έχει πολύ μεγαλύτερη δύναμη από αυτή που νομίζουμε.

Η συνεργασία με τον Gordon Gano κρατάει χρόνια..
Ναι είμαστε φίλοι και έχουμε σχέσεις από το 1996 που έγινε η πρώτη συνεργασία στο δίσκο «Ο μπαμπούλας τραγουδάει μόνος τις νύχτες». Εκεί είχε τραγουδήσει ο Gordon στα Ελληνικά. Και για αμερικανός είπε το τραγούδι πολύ καλά. Το είπε στα Ελληνικά καλύτερα κι από μας που τα μιλάμε, τονίζοντας αυτά που έπρεπε να τονίσει. Είναι λάτρης της Ελλάδας, αγαπάει το πνεύμα της, τους ποιητές της, αγαπάει την Ελληνική μουσική και για αυτό εκτός από την συμμετοχή του, μας έδωσε ένα ακόμη τραγούδι που είναι με Ελληνικούς στίχους... Και είναι γραμμένο από ένα τύπο που ζει στην Νέα Υόρκη. Για μας ήταν έκπληξη αυτό.

Ο Ψαραντώνης ερμηνεύει μοναδικά τα τραγούδια σας. 'Εχει μια φοβερή δύναμη, η φωνή του που σπρώχνει νομίζω την μουσική μπροστά...
Είναι δύσκολο να μιλήσεις για ανθρώπους σαν τον Ψαραντώνη που είναι τόσο πηγαίοι, τόσο αυθόρμητοι και τόσο αληθινοί. Κι αυτό φαίνεται όπως είπες σωστά πριν από τον τρόπο που ερμηνεύει τα κομμάτια, από τον τρόπο που στέκεται απέναντι στην μουσική. Είναι ένας Κρητικός, ένας 'Έλληνας και νομίζω λίγοι από μας θα μπορούσαν να καταλάβουν, να μεταφέρουν το Ελληνικό πνεύμα και την Ελληνική ενέργεια που διαχέεται, με τον τρόπο που το κάνει ο Ψαραντώνης. Μόνο αυτά μπορώ να πω για αυτόν νομίζω. Τα υπόλοιπα ακούγονται. Εξάλλου είναι ο μόνος Έλληνας που παίζει σε συναυλίες στο εξωτερικό και σε αντίθεση με όλους εμάς που παίζουμε μπροστά σε Ελληνικό κοινό εκείνος παίζει για ξένους. Είναι κάτι που δεν το ξέρει ο κόσμος γιατί δεν το δείχνουν τα κανάλια, οι τηλεοράσεις...

Ούτε εγώ το ήξερα...
Η πληροφόρηση έτσι και αλλιώς στην Ελλάδα είναι μια υποκειμενική υπόθεση και γίνεται από ανθρώπους που επιλέγουν πράγματα για άλλους λόγους και όχι για λόγους είδησης.

Μια και πήγε η κουβέντα μας εκεί, πως σου φαίνεται που όλα τα μέσα παίζουν συγκεκριμένα πράγματα, όπως για παράδειγμα το 99,0% των μεταδόσεων τον τελευταίο καιρό αφορά το τραγούδι που κέρδισε στην Γιουροβίζιον;
Μπορεί σε κάποιους να αρέσει πραγματικά, από την άλλη πλευρά όμως αυτή η εικονική πραγματικότητα που μας ταΐζουν, θα έπρεπε να κάνει σε όλους μας κακή εντύπωση και να αντιδρούμε διαφορετικά.

Μήπως τελικά με τον καταιγιστικό ρυθμό που μεταδίδουν τέτοια τραγούδια, μας αρέσουν αναγκαστικά; Μήπως το κοινό «υποχρεώνεται» τελικά να τα ακούει αφού μόνο αυτά του πασάρουν;
Αυτό το έχουμε κουβεντιάσει και εμείς μεταξύ μας. Εγώ νομίζω ότι υπάρχουν πολύ καλά τραγούδια -που δεν ακούγονται συχνά- αλλά αρέσουν στον κόσμο και από την άλλη υπάρχει αυτός ο «βομβαρδισμός» όπως σωστά είπες, ενός τραγουδιού ή μιας εικόνας, όπου μέσω της επανάληψης γίνεται συνήθεια και τελικά το αποδέχεται ο ακροατής-θεατής. Αυτό για μένα δεν είναι υγιές. Όχι μόνο για το κοινό και το τραγούδι, αλλά για τον ίδιο τον καλλιτέχνη.

Στο τραγούδι που συμμετέχει ο Marc Almοnd, έχετε βάλει κάποια πλήκτρα που θυμίζουν εποχές του New Wave. Ακούγατε αυτό το είδος ή βάλατε τον ήχο αυτό για να βοηθήσει ερμηνευτικά τον Marc Almond;
Συμβαίνουν και τα δύο. Γιατί όταν καλείς κάποιους με το βεληνεκές των ανθρώπων που εμείς καλέσαμε για τον δίσκο, θα πρέπει να σεβαστείς σε κάποιο βαθμό και την δικιά τους προσωπικότητα. Αλλά από την άλλη πλευρά όλοι έχουμε ακούσει αυτόν τον ήχο. Έτσι δεν είναι; Δεν είναι ένας ήχος που χαρακτήριζε τους Πυξ Λαξ, όμως έχει διαπεράσει τα αυτιά μας.

Όταν ολοκληρώθηκε το νέο άλμπουμ και το ακούσατε όλοι μαζί, τι σκεφτήκατε, πως σας φάνηκε; Ρωτάω γιατί έχει πολλά διαφορετικά στοιχεία από προηγούμενες δουλειές.
Το καινούργιο άλμπουμ ίσως να έχει μεγαλύτερες αποκλίσεις και διαφοροποιήσεις από τα προηγούμενα, λόγω του ότι υπάρχουν αγγλικά τραγούδια που δεν υπήρχαν ποτέ στους δίσκους μας. Είναι μεγάλη τιμή για μας που καλλιτέχνες τόσο μεγάλοι και σημαντικοί έχουν ερμηνεύσει τα τραγούδια μας. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, Burdon, Gano, Almond, Wynn, Ψαραντώνης, Μελίνα Τανάγρη, σε ένα δίσκο δεν είναι πολυτέλεια να το αντιμετωπίζουμε σαν ένα άλμπουμ που απλώς κυκλοφόρησε και δεν τρέχει τίποτε. Και δεν το λέω εγωιστικά. Δεν ξέρω αν είναι καλός ή κακός δίσκος, αυτό που ξέρω είναι ότι δεν μπορεί κανείς να αδιαφορήσει.

Τελικά από τις πρώτες μέρες που συναντηθήκατε, παιδιά από το Μενίδι και τους Άγιους Ανάργυρους, μέχρι σήμερα με την επιτυχία, τις χιλιάδες πωλήσεις και τις κορυφαίες συνεργασίες, έχει αλλάξει κάτι στους Πυξ Λαξ;
Είμασταν στην Ορεστιάδα για συναυλία και προχθες το βράδυ τα πίναμε όλοι μαζί και συζητούσαμε αυτό που με ρωτάς. Ξέρεις νοιώθω ότι δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Έχουν περάσει 14 χρόνια από τότε που ξεκίνησε η μπάντα αλλά πραγματικά δεν ξεφύγαμε από την πορεία που είχαμε ακολουθήσει ή καλύτερα δεν έχουμε μεγάλη απόκλιση. Η ουσία είναι πάντως ότι σε κάποια πράγματα μπορεί να φταίμε και εμείς μπορεί και όχι, μιλάω για τις φήμες ότι διαλύονται οι Πυξ Λαξ, δεν διαλύονται και όλα αυτά. Κάποιοι τα διέρρευσαν αυτά κακοπροαίρετα, καλοπροαίρετα δεν έχει σημασία, μέσα στα πλαίσια της εικονικής πραγματικότητας στην οποία ζούμε. Εμείς δεν διαλυθήκαμε ποτέ. Αν συμβεί ποτέ οτιδήποτε και νοιώθουμε ότι δεν έχουμε να προσφέρουμε κάτι άλλο, θα είμαστε οι πρώτοι που θα βγούμε και θα το πούμε. Υπήρξαν προσωπικές δουλειές που έκαναν κάποιοι από μας, αλλά δεν πάψαμε ποτέ να είμαστε μαζί να είμαστε μπάντα. Ζούμε σε μια πραγματικότητα που στην βάση της είναι εμπορική και για αυτό περνούν πληροφορίες από τα μέσα ενημέρωσης που δεν λένε όλη την αλήθεια, ούτε καν την μισή. Αυτό είναι πλήγμα και λειτουργεί για την μουσική ανασταλτικά.

Μιας και μίλησες για τα Μ.Μ.Ε. Θα έδινες συνέντευξη σε δελτίο ειδήσεων της τηλεόρασης;
Ουδέποτε αποποιηθήκαμε ότι είμαστε μέρος του συστήματος. Δεν το παίζουμε επαναστάτες. Έχουμε μιλήσει στην τηλεόραση πολλές φορές. Μπορεί να φαίνεται ότι μιλάμε λίγο, αλλά για μας μιλάμε πολύ. Σε ένα δελτίο ειδήσεων όπως είναι σήμερα δεν χωράει η άποψη των Πυξ Λαξ. Δεν είναι κάτι που με αφορά για να προσθέσω την φωνή μου εκεί και δεν νομίζω να αφορά τους ανθρώπους που βλέπουν τα δελτία αυτά.

Οι τίτλοι των δίσκων σας και πολλά από τα τραγούδια αποπνέουν μια μελαγχολία, μια μοναξιά...
Μέσα από αυτή την μελαγχολία, αυτό που καταλήγει σαν συμπέρασμα, που θέλουν να πουν τα τραγούδια μας, είναι η αισιοδοξία. Δεν ξέρω αν ο Έλληνας είναι μελαγχολικός ή αν μέσα από την μελαγχολία βρίσκει το χιούμορ του και την ευτυχία του. Τα τραγούδια αυτά είναι κατά βάση βιωματικά, είναι η αλήθεια η δικιά μας.

Τι μουσική ακούνε οι Πυξ Λαξ;
Εμείς ξεκινήσαμε όπως οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι ακούγοντας ροκ μουσική. Pink Floyd ας πούμε είναι το γκρουπ που αγαπάμε ακόμη και τώρα όλοι μας. Rolling Stones, Beatles, Animals και Soul μουσική έχουμε ακούσει, άλλοι περισσότερο άλλοι λιγότερο. Έχουμε περάσει και από την λεγόμενη dance (new wave) σκηνή του 80' που λέγαμε πριν. Έχουμε μεγαλώσει και με τα Ελληνικά λαϊκά τραγούδια που έτσι και αλλιώς ακούγονται σε κάθε σπίτι. Σήμερα ακούω από κινηματογραφικά σάουντρακ μέχρι Jack.

Ηλεκτρονική μουσική ακούτε;
Νομίζω ότι είναι το μόνο κομμάτι της μουσικής που δεν πολυακούμε, αν εννοείς την μουσική που ακούγεται στα club. Φτάνουν πράγματα στα αυτιά μας αλλά δεν είμαστε πολύ κοντά σε αυτό τον χώρο. Είμαστε κολλημένοι με την ροκ μουσική, με τους Radiohead για παράδειγμα.....

Πες μου, τι σημαίνει έρωτας για τον Φίλιππα, για το συγκρότημα;
Είναι προφανές ..(γέλια). Ο έρωτας είναι μια από τις βασικές κολώνες του ότι υπάρχουμε ως άνθρωποι και ως καλλιτέχνες, αν είμαστε καλλιτέχνες (ξανά γέλια)..
Τα τραγούδια είναι τα μόνα που δεν μπορούν να πουν ψέματα. Αν δηλαδή θέλει κάποιος να μάθει πράγματα για ένα μουσικό, μπορεί να τα μάθει μέσα από τα τραγούδια του!!!

Σε ευχαριστώ πολύ, καλή συνεχεία...
Ευχαριστώ και εγώ, καλή συνέχεια και σε σας, στο «ως3».

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ ΠΥΞ ΛΑΞ

«Τι άλλο να πεις πιο απλά» 1990
«Ζόρικοι καιροί» 1991
«Ο ήλιος του χειμώνα με μελαγχολεί» 1993
«Για τους πρίγκιπες της δυτικής όχθης» 1994
«Ο μπαμπούλας τραγουδά μόνος τις νύχτες» 1996
«Ιερά οδός - live» «παίξε παλιάτσο τα τραγούδια σου τελειώνουν» 1997
«Μοναξιά μου όλα» 1998
«Στίλβη» 1998
«Υπάρχουν χρυσόψαρα εδώ;» 1999
«Τα δοκάρια στο γρασίδι περιμένουν τα παιδία» 2001
«Χαρούμενοι στην πόλη των τρελών» Ιούλιος 2003


Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007

Μια εποχή, μια ιστορία: BLAXPLOITATION

Η δεκαετία του 1970 δεν ήταν η πιο ευχάριστη για τις ΗΠΑ, αφού μαζί της έφερνε μια στρατιωτική ήττα, τη διαπόμπευση ενός προέδρου και μια ενεργειακή κρίση. Ακόμη, ήταν η δεκαετία που οδήγησε στη συρρίκνωση των εισιτηρίων του κινηματογράφου λόγω της τηλεοπτικής εισβολής. Τα ετήσια έσοδα έπεσαν από τα 90 εκατομμύρια δολάρια στα 15,5, έτσι τα μεγάλα στούντιο προσπάθησαν να απαντήσουν στρεφόμενα σε ταινίες "με" και "για" μαύρους, οι οποίοι αποτελούσαν το 11% του συνολικού πληθυσμού και το 22% των θεατών στις κινηματογραφικές αίθουσες.



Μέχρι τότε, οι έγχρωμοι παρέμεναν αναξιοποίητη κατηγορία κοινού, άρα δυνητική πηγή εσόδων για την παραπαίουσα βιομηχανία. Είχαν προηγηθεί, βέβαια, φιλμ με τον Sidney Poitier, που γνώρισαν επιτυχία, αλλά ταυτόχρονα κατηγορήθηκαν για αναπαραγωγή των υπαρχόντων στερεοτύπων και για αδυναμία να καταγράψουν την πραγματικότητα.

Με τις φυλετικές αναταραχές να έχουν ξεσπάσει σε όλη τη χώρα και τους Μαύρους Πάνθηρες να παροτρύνουν για ανάληψη στρατιωτικής δράσης, ο συμβατικός και συμβιβαστικός κινηματογράφος που απευθυνόταν σε μαύρους δεν ήταν εύκολα αποδεκτός. Χρειάζονταν έργα που θα μπορούσαν να παρουσιάσουν την αστική κουλτούρα των γκέτο, να μιλήσουν για τα προβλήματά τους και -κυρίως- να προτείνουν ήρωες, υπερ-ήρωες ή αντι-ήρωες.

Μέσα από αυτές τις συνθήκες αναδύθηκε το περίφημο blaxploitation, που διήρκεσε από το 1971 έως περίπου το 1976. Ο όρος λέγεται ότι έλκει την καταγωγή του από τις "exploitation movies", τις "ταινίες-σκουπίδια" των χρόνων του ΄60. Σύμφωνα με άλλους, πάλι, εκφράζει την εκμετάλλευση των μαύρων θεατών ή συντελεστών από τις εταιρείες.

Το blaxploitation αρχικά στηρίχθηκε στα αστυνομικά/γκανγκστερικά φιλμ, γρήγορα όμως επεκτάθηκε, με τις ευλογίες και τη χρηματοδότηση του Χόλιγουντ, στις ταινίες τρόμου, ακόμη και το γουέστερν. Εμφανίστηκαν, έτσι, έργα με τους εύγλωττους τίτλους "Blacula" (1972), "Blackenstein" (1973), "Dr. Black, Mr. Hyde" (1976) και "Boss Nigger" (1974, ελλ. τίτλος "Οι Επικηρυγμένοι του Τέξας").

Τα θεμέλια τα έβαλαν, πάντως, τρεις θρυλικές ταινίες, με την υπογραφή μαύρων σκηνοθετών: το "Sweet Sweetback΄s Baadaass Song" (1971) του Melvin van Peebles, το "Shaft" (1971) του Gordon Parks Sr. και το "Superfly" (1972, ελ. τίτλος "Η Συμμορία με τη Xρυσή Kάντιλακ") του Gordon Parks Jr. Το "Sweet Sweetback΄s Baadaass Song", η αφετηρία του blaxploitation, ήταν ανεξάρτητη παραγωγή που στοίχισε 500.000 δολάρια και επέστρεψε 20 εκατομμύρια.

Οι θεαματικές εισπράξεις της έδωσαν τη δυνατότητα στο "Shaft" να γίνει η πρώτη χολιγουντιανή blaxploitation παραγωγή, με τη σφραγίδα της MGM, που χάρισε και ένα Όσκαρ Μουσικής στον Isaac Hayes για το πολύ γνωστό "Theme From Shaft". Μάλιστα, ήδη από εκείνη την περίοδο, ακολούθησαν δύο σίκουελ: "Το Mεγάλο Kόλπο του Σαφτ" (1972), σε σκηνοθεσία πάλι του Gordon Parks Sr., και ο "Σαφτ στην Αφρική" (1973), από τον John Guillermin, ενώ εμφανίστηκε και ως βραχύβια τηλεοπτική σειρά, με σκηνοθέτες τους Τζον Κασσαβέτη και Lawrence Dobkin.

Όταν τα περιθώρια κέρδους εξαντλήθηκαν αλλά και λόγω της αντίδρασης οργανώσεων όπως η NAACP, που υποστήριζαν ότι αυτού του είδους τα φιλμ διαφθείρουν τη νεολαία και διαστρεβλώνουν την εικόνα των μαύρων, σταδιακά το όλο εγχείρημα περιέπεσε σε ανυποληψία και εξανεμίστηκε, κάπου γύρω στο 1976, αν και άλλοι τοποθετούν την καταληκτική ημερομηνία δύο χρόνια πιο μπροστά, το 1974.

Η επίδρασή του, ωστόσο, συνεχίστηκε στο χώρο της μουσικής, καθώς ανανέωσε την επένδυση των ταινιών με φάνκι ήχους, που έκτοτε τους οικειοποιήθηκαν και αρκετά αστυνομικά σίριαλ, όπως τα "Στάρτσκι και Χατς", "Οι Αγγελοι του Τσάρλι", "Χαβάη 5-0" κ.ά. Ακόμη, αξιοποίησε τους κορυφαίους μαύρους μουσικούς ή συνέβαλε στην καθιέρωση άλλων που ήταν άγνωστοι μέχρι τότε. Εκτός από τον Isaac Hayes, μεταξύ εκείνων που συμμετείχαν σε blaxploitation σάουντρακ συγκαταλέγονται οι Earth Wind and Fire, Curtis Mayfield, Quincy Jones, Barry White, James Brown και Bobby Womack.

Στη δεκαετία του ΄80 το blaxploitation επέστρεψε εντυπωσιακά, χάρη στις δουλειές του Eddie Murphy και, κυρίως, στο "I΄m Gonna Git You Sucka" του Keenan Ivory Wayans (1988), την πρώτη και πιο εύστοχη μετα-blaxploitation παρωδία. Γεμάτες με αναφορές είναι και οι ταινίες του Quentin Tarantino, με αποκορύφωμα το "Jackie Brown" (1997), που -από τον τίτλο και την Pam Grier- παραπέμπει στο "Foxy Brown" (1974, ελλ. τίτλος "Φόξυ Μπράουν, η Mαύρη Tίγρης"). To "Σαφτ" του John Singleton είναι το πιο πρόσφατο στοίχημα για την ανανέωσή του και οι πληροφορίες από περιοδικά και δικτυακούς τόπους λένε ότι, αν τα καταφέρει, έπονται και άλλα ριμέικ.
Ανεξάρτητα όμως από το μέλλον, η πορεία που έχει έως τώρα διανύσει το blaxploitation θα μπορούσε να συμπυκνωθεί άνετα στην πρώτη και την τελευταία σκηνή του πρωτότυπου "Σαφτ". Ο Richard Roundtree λοιπόν έβγαινε από τον υπόγειο αντικρίζοντας έναν κόσμο θεάματος στον οποίο κυριαρχούσαν οι λευκοί. Ύψωνε το μεσαίο δάχτυλο στη γνωστή χειρονομία, τα έβαζε με όλους και με όλα και στο τέλος φώναζε το λευκό αστυνομικό για να "καθαρίσει".

Νίκος Μητρογιαννόπουλος

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2007

Η ιστορία των TOOL!

Όλα άρχισαν πίσω στα '80s όταν τα μετέπειτα μέλη των Tool, Paul D' Amour (κιθάρα και μπάσο), Danny Carey (τύμπανα), Adam Jones (κιθάρα) και Maynard James Keenan (φωνή) μετακόμισαν στο Los Angeles, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Αρχικά, ο D' Amour και ο Jones ήθελαν να ασχοληθούν με τον κινηματογράφο, o Maynard, που μόλις είχε τελειώσει τις σπουδές του γύρω από την τέχνη και αφού πρώτα είχε παραιτηθεί από το στρατό, είχε αναλάβει να διακοσμεί pet shops στην πόλη και ο Carey έγινε επαγγελματίας drummer παίζοντας για τους Carole King, Pigmy Love Circus και Green Jelly. Ο Keenan μαζί με τον D' Amour και τον Jones δημιούργησαν μια μπάντα κοντά στο τέλος της δεκαετίας, η οποία μετά την προσθήκη του Carey το 1990 πήρε το όνομα Tool. O Carey είχε γνωρίσει στην αρχή τον Jones μέσω του Tom Morello (ex- Rage Against The Machine, Audioslave) και αργότερα, ως γείτονας του Keenan και μοναδικός υποψήφιος για τη θέση, προσχώρησε στο γκρουπ.

Τον επόμενο χρόνο, μετά από πάμπολλες πρόβες, οι Tool ξεκινούν να περιοδεύουν μαζί με τους Rollins Band, τους Skitzo, τους Fishbone και τους Rage Against The Machine. Κάπου εκεί κυκλοφορεί και το πρώτο τους ep "Opiate" (1992), που δανείστηκε το όνομα του από τη διάσημη δήλωση του Karl Marx: «η θρησκεία είναι το όπιο των λαών». Το "Opiate" αν και είναι αρκετά πρωτόλειο και πολύ λίγο μας φέρνει στο μυαλό τις μετέπειτα κυκλοφορίες του γκρουπ, δημιούργησε αρκετό θόρυβο για την εποχή. Από το ep αυτό βγήκαν δύο singles, τα "Hush" και "Opiate", με το video του πρώτου να λογοκρίνεται από την αρμόδια αμερικανική επιτροπή γιατί έδειχνε τα μέλη του συγκροτήματος γυμνά με δύο κομμάτια μονωτική ταινία στο στόμα τους, πράγμα που αποτελούσε σχόλιο κατά της λογοκρισίας.

Πολύ γρήγορα, σε σχέση με το χρόνο που χρειάζονται σήμερα για να κυκλοφορήσουν μια καινούργια τους δουλειά, εμφανίζεται στην αγορά το πρώτο τους full-length άλμπουμ με τίτλο "Undertow" (1993). Ο λόγος που το άλμπουμ δεν καθυστέρησε καθόλου ήταν ότι αρκετά τραγούδια του υπήρχαν ήδη από τα sessions του "Opiate". Κατά τη γνώμη μου, με το "Undertow" οι Tool ξεκινάνε το μεγάλο τους σερί από αριστουργηματικούς δίσκους. Το εξώφυλλο σε προϊδεάζει για το τι πρόκειται να επακολουθήσει καθώς είναι σκοτεινό και υποβλητικό. Τα «χειρότερα» όμως έρχονται μόλις πρωτοαντικρίσεις τις φωτογραφίες του ένθετου booklet. Κάποιες είναι απωθητικές, κάποιες ακατάληπτες και όλες μαζί συνηγορούν στο να κάνουν το ηχητικό φορτίο του δίσκου αυτού αβάσταχτο. Σκοτάδι κυρίες και κύριοι, από το "Prison Sex", το εκπληκτικό "Sober", το "Bottom" με τη συμμετοχή του Henry Rollins, το "Crawl Away" και το τεράστιο "Disgustipated", όλα εδώ είναι μαύρα. Και φυσικά μη φανταστείτε ότι το γκρουπ παίζει υποτονικά. Υπάρχει θυμός και ένταση σε κάθε νότα. Η χαρισματική φωνή του Keenan και οι παράξενες φωνητικές μελωδίες, οι στακάτες μπασογραμμές, τα χαρακτηριστικά riff και το αρτιστικό παίξιμο στα τύμπανα, που συνθέτουν τους Tool του μέλλοντος, εδώ αρχίζουν για πρώτη φορά να αποκρυσταλλώνονται.

Με έναν τέτοιο δίσκο στις αποσκευές τους και τις εκρηκτικές τους εμφανίσεις επί της δεύτερης σκηνής του Lollapalooza και της πρώτης αργότερα, μετά από την απαίτηση του κόσμου, οι Tool βάζουν τις βάσεις για το τι θα επακολουθήσει (το "Undertow" γίνεται χρυσό και διπλά πλατινένιο αργότερα, στις 14 Μαίου του 2001). Μετά από αυτή την επιτυχία και με το σάλο της αρνητικής δημοσιότητας που κέρδισαν με το video του "Prison Sex", το οποίο αναφερόταν στην παιδική κακοποίηση και ήταν σκηνοθετημένο από τον Adam Jones (το MTV σταμάτησε τις προβολές και τους κάλεσαν σε απολογία από την MuchMusic), οι Tool μπαίνουν στο στούντιο στο μέσο του 1995 με σκοπό να ηχογραφήσουν το δεύτερο τους άλμπουμ. Αυτή η χρονιά, εκτός από την έναρξη των ηχογραφήσεων, σημαδεύεται και από την αποχώρηση, μέσα σε φιλικό κλίμα, του μπασίστα τους Paul D' Amour και την αντικατάσταση του από τον μπασίστα της μπάντας με την οποία είχαν πρόσφατα περιοδεύσει στηn Ευρώπη, τον Justin Chancellor και τους Peach αντίστοιχα.

Το 1996, και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο, κυκλοφορεί το άλμπουμ το οποίο έμελλε να εκτοξεύσει τους Tool και να τους κάνει super γκρουπ. Το "Aenima", αφιερωμένο στον κωμικό Bill Hicks (που πέθανε δυόμιση χρόνια πριν την κυκλοφορία του - "another dead hero" όπως λένε και οι ίδιοι), είναι αυτό που τους χαρίζει το πρώτο τους βραβείο Grammy. Στο άλμπουμ αυτό περιέχονται πολλές αναφορές σε νούμερα από τη σάτιρα του Hicks, όπως το εσώφυλλο που δείχνει την πολιτεία της Καλιφόρνια να πέφτει μέσα στον Ειρηνικό Ωκεανό και ο στίχος "Learn to swim, I'll see you down in Arizona Bay" από το "Aenema". Από όποια μεριά και να το δείτε, το "Aenima" είναι ένα αριστούργημα, όπου τα χαρακτηριστικά πλέον στοιχεία τους υπάρχουν και εδώ, μόνο που έχουν γίνει κατά ένα βαθμό πιο διεστραμμένα (αν είναι ποτέ δυνατόν...). Απίστευτο δέσιμο και απόδοση των μελών του γκρουπ, καινούργια στοιχεία τραγουδοποιίας που θέλουν τα πιο πολλά τραγούδια να χτίζονται σιγά-σιγά και να οδηγούνται σε κορύφωση, αμεσότητα στη μετάδοση των συναισθημάτων και, για ακόμα μια φορά, σκοτάδι. Ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνετε τους στίχους του Keenan, τους ρυθμούς που παίζουν Carey και Chanchellor και τις τονικές που χρησιμοποιεί ο Jones, ακούστε το άλμπουμ αυτό με ακουστικά ολόκληρο, από την αρχή μέχρι το τέλος, και το μόνο σίγουρο είναι ότι θα σας μαυρίσει την ψυχή και θα σας αφήσει με ένα αίσθημα κενότητας. Δεν ξέρω πως να το περιγράψω, παρ' όλο που η μουσική τους εδώ και ένταση έχει και δύναμη, είναι τέτοιο το βάρος της συναισθηματικής ματαιοδοξίας που σου μεταφέρει που θεωρώ αδύνατο για κάποιον να το ακούσει δυο φορές συνεχόμενα.




Οι Tool με το "Aenima" στις αποσκευές τους θα ξεκινήσουν για περιοδεία η οποία θα τους βρει το 1997 να επιστρέφουν στο Lollapalooza (αυτή τη φορά ως headliners), κερδίζοντας αποθεωτικές κριτικές, ακόμα και από τη N.Y. Times. Την ίδια χρονιά, καθώς λήγει το συμβόλαιο του γκρουπ με την τότε δισκογραφική του εταιρία (Volcano Records), ξεκινάει μια κόντρα μεταξύ τους στην προσπάθεια των μεν να φύγουν και να διαπραγματευτούν νέο συμβόλαιο και των δε να τους κρατήσουν στις τάξεις τους. Οι νομικές διαδικασίες βάζουν στον πάγο το γκρουπ, κάτι που θα κάνει και τη δουλειά του στο νέο δίσκο να καθυστερήσει, τα media να αρχίσουν να διαδίδουν φήμες για τυχόν διάλυση τους και τον Keenan να χρησιμοποιήσει το στάσιμο χρόνο του στη δημιουργία ενός project με τον (για πολύ καιρό τεχνικό κιθάρας τους) Billy Howerdel, τους A Perfect Circle.

Όλα αυτά βέβαια θα τελειώσουν με την υπογραφή ενός επαναπροσδιορισμένου συμβολαίου με τη Volcano Records και την κυκλοφορία της συλλογής "Salival" (2000) που περιλάμβανε ένα καινούργιο τραγούδι, το "Mercaba", μια καταπληκτική διασκευή στο "No Quarter" των Led Zeppelin, live εκδοχές των τραγουδιών τους, μια καινούργια εκδοχή του "Pushit" , τέσσερα από τα βίντεο της μπάντας ("Stinkfist", "Aenema", "Prison Sex", "Sober") συν το βίντεο του "Hush" από την εποχή του "Opiate" ep.

Τον Ιανουάριο του 2001 οι Tool ανακοινώνουν τον τίτλο του νέου τους άλμπουμ, "Systema Encephale", μάζι με τους τίτλους κάποιων τραγουδιών, όπως "Encephatalis", "Musick", "Numbereft" και "Coeliacus", που στην ουσία δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα κόλπο του γκρουπ για να χτυπήσει το Napster και άλλες παρόμοιες μηχανές file-sharing. Με αυτό τον τρόπο οι Tool ήθελαν να δείξουν την αντίθεση τους στη μείωση των πωλήσεων των δίσκων, λόγω της εξάπλωσης της διαδικτυακής ανταλλαγής κομματιών. Ένα μήνα αργότερα αποκαλύπτουν ότι το πραγματικό όνομα του καινούργιου δίσκου θα είναι "Lateralus".

Αν είναι δυνατόν, το γκρουπ για μια ακόμη φορά δείχνει τα δόντια του, βγάζοντας ένα δίσκο που αν δεν ξεπερνάει τον απίστευτο προκάτοχο του, σίγουρα τον πλησιάζει κατά πάρα πολύ. Με συνθέσεις που έχουν μέση διάρκεια πάνω από 6 λεπτά, οι Tool θα εξελίξουν το μοναδικό τους στυλ και θα το πάνε μερικά βήματα παρακάτω. Με το "Lateralus" oι Tool θα κολλήσουν πλέον για τα καλά την ταμπέλα του «progressive» που κουβαλάνε ακόμα και σήμερα (περισσότερο γιατί ο μουσικός τύπος δεν ξέρει που ακριβώς να τους τοποθετήσει). Αποτελούμενο από σχιζοειδή μουσικά θέματα, ψυχωτικά φωνητικά και ψυχοφθόρα διάθεση (τα συνηθισμένα δηλαδή), το "Lateralus" μας βυθίζει ακόμα μια φορά στο απόλυτο σκοτάδι. Ο καθένας από τους τέσσερις είναι απλά καταπληκτικός στο ρόλο του, με ιδιαίτερη μνεία στον Danny Carey και το εξωφρενικό του παίξιμο στα τύμπανα (υπήρχε μέχρι και μουσικός διαγωνισμός για τους ρυθμούς και τα μέτρα που έπαιζε στο "Triad" ). Αν θέλετε να πάρετε μια γεύση από το δίσκο, ακούστε τα "Schism", "Parabol / Parabola" και "Ticks & Leeches" και θαυμάστε το μεγαλείο τους.

Το "Lateralus" θα γίνει τεράστια επιτυχία σε όλο τον κόσμο, θα τους πάει στο νούμερο ένα του Billboard top 200 από την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του και θα τους χαρίσει το δεύτερο τους βραβείο Grammy για το best metal performance του τραγουδιού τους "Schism". Η περιοδεία θα ξεκινήσει το 2001, θα περικλείει και μια σειρά 10 ημερομηνιών με τους ήρωες τους, King Crimson, και θα τελειώσει το Νοέμβριο του 2002.

Θα ακολουθήσει ένα, μάλλον μεγάλο, διάλειμμα με τον Keenan να περιοδεύει και να ηχογραφεί για τους A Perfect Circle και κάπου στις αρχές του 2005 να ενώνεται με το υπόλοιπο γκρουπ για να ηχογραφήσει το διάδοχο του "Lateralus". Στις 2 Μαΐου του 2006 (όπως και αρχικά είχε ανακοινωθεί) θα κυκλοφορήσει το τέταρτο άλμπουμ των Tool με τίτλο "10.000 Days" και, παρ' όλο που είχε ήδη διαρρεύσει στο internet (κάτι που πάλευαν πολύ σκληρά να μη γίνει ), θα πουλήσει 564.000 αντίτυπα την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του, βάζοντας ακόμα μια φορά πλώρη για να κατακτήσει τις κορυφές των charts.

Με επιρροές (όπως οι ίδιοι αναφέρουν) από μπάντες που είχαν περιοδεύσει μαζί τους, όπως οι Meshuggah και οι Fantomas, το νέο άλμπουμ παραμένει κοντά στον γνωστό Tool ήχο, αλλά όπως είναι αναμενόμενο μας προσφέρει και μια καινούργια διάσταση της μουσικής τους. Τραγούδια όπως το ομώνυμο επικό "10.000 Days", το "Rosetta Stoned" και το "Jambi" μας δίνουν αυτή την καινούργια πνοή, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση μας κάνουν τα "Vicarious" και "The Pot" με τον σχετικά πιο «πιασάρικο» προσανατολισμό τους. Προσωπικά θεωρώ το ομώνυμο τραγούδι ένα από τα δέκα καλύτερα που έχω ακούσει ποτέ στη ζωή μου! Σου βγάζει την ψυχή ξεκινώντας αργά, χτίζει σιγά- σιγά τη δύναμη του και όταν γίνεται το τελικό ξέσπασμα σε παρασύρει στο ρυθμό του και δε σου αφήνει κανένα περιθώριο.

Τάσος Γαλάνης

Πέμπτη 24 Μαΐου 2007

30 Ιουνίου, καθαρό Funk στην Αθήνα!

Θέατρο Βράχων "ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ". Σάββατο 30 Ιουνίου. Τιμή εισιτηρίου 31.80 ευρώ (τα πρώτα εισιτήρια / περιορισμένος αριθμός) - 37.10 ευρώ (προπώληση), 40 ευρώ (ταμείο).

One Nation Under A Groove!

Το Σάββατο 30 Ιουνίου το αθηναϊκό κοινό θα ενωθεί κάτω από τους ρυθμούς του μεγάλου George Clinton και των P-Funk All Stars (Parliament - Funkadelic All Stars).

Αν ο αξέχαστος James Brown ήταν ο νονός της Soul, τότε ο Clinton δικαίως πρέπει να θεωρείται ως ο πατέρας της Funk. Υπήρξε ο εγκέφαλος πίσω από τα συγγενή σχήματα των Parliament και Funkadelic (από τα οποία πέρασαν σπουδαίοι μουσικοί όπως ο Bootsy Collins,ο Maceo Parker, o Bernie Worrel και πολλοί άλλοι σπουδαίοι), ανοίγοντας καινούργιους δρόμους για τη μαύρη μουσική αλλά και όχι μόνο.

Από το 1981 και μετά, έχει κυκλοφορήσει πολλούς solo δίσκους, συνεχίζοντας τις περιοδείες με τους P-Funk All Stars. Η επιδρατικότητα της δουλειάς του είναι τέτοια που έχει κερδίσει το σεβασμό μεγάλων συγχρόνων του, όπως ο Jimi Hendrix και οι Sly and the Family Stone, αλλά και τον θαυμασμό των νεώτερων. Είναι χαρακτηριστικό οτι οι Red Hot Chili Peppers του ζήτησαν να κάνει την παραγωγή στο album τους, "Freaky Styley", ενώ - μαζί με τον James Brown - πρέπει να είναι ο καλλιτέχνης από τον οποίο έχουν χρησιμοποιήσει τα περισσότερα samples οι νέες μπάντες.

Όπως προαναφέραμε, στη συναυλία της Αθήνας τον George Clinton θα συνοδεύουν οι P-Funk All Stars, ένα σχήμα που αποτελείται από περισσότερα από 20 άτομα (!!!!). Rhythm και lead κιθαρίστες, δύο μπασσίστες, τραγουδιστές, rappers και χορευτές, μαζί με τα απαραίτητα Keyboards και τα πνευστά συγκροτούν ένα σπάνιο θέαμα, προσφέροντας παράλληλα ένα τέτοιο ρυθμικό υπόβαθρο που πραγματικά είναι σχεδόν αδύνατο να μη χορέψεις.

Μια πολύ μεγάλη βραδιά, δεδομένου οτι ο μεγάλος αυτός μουσικός έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, παραμένοντας αδιάκοπα ενεργός εδώ και πολλά χρόνια. Άλλωστε, οι, περίπου, τρεις ώρες που διαρκεί το απίστευτο show του αποδεικνύουν περίτρανα την ενεργητικότητα που τον διακρίνει στα 67 του χρόνια!

Οι πόρτες του Θεάτρου Βράχων, "Μελίνα Μερκούρη", έναν χώρο όμορφο και οικείο στο κοινό της Αθήνας, ο οποίος - αξίζει να σημειωθεί - διαθέτει και πολύ μεγάλο parking, θα ανοίξουν στις 20:00. Η συναυλία θα ξεκινήσει με την εμφάνιση special guests, το όνομα των οποίων θα ανακοινωθεί πολύ σύντομα.

Παρασκευή 4 Μαΐου 2007

Frank Vincent Zappa

Ο Φρανκ Βίνσεντ Ζάπα (Frank Vincent Zappa) γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1940 στη Βαλτιμόρη (Baltimore) του Μέριλαντ (Maryland) και πέθανε στις 4 Δεκεμβρίου 1993 στο Laurel Canyon της Καλιφόρνια. Υπήρξε Αμερικανός μουσικός ροκ και τζαζ, καθώς και συνθέτης, γνωστός για την προκλητική πολιτική σάτιρά του.

Η ζωή του
Ο Ζάπα μεγάλωσε στο Λάνκαστερ (Lancaster) της Καλιφόρνια και δέχθηκε επιρροές τόσο από πρωτοπόρους (αβαν-γκαρντ) συνθέτες όπως ο Έντγκαρ Βαρέζε (Edgar Varese) και ο Ίγκορ Στραβίνσκι (Igor Stravinsky), όσο και από τα τοπικά συγκροτήματα ριθμ εντ μπλουζ (rhythm and blues, R&B) και ντου-γουόπ (doo-wop). Την προσοχή του στον Βαρέζε τράβηξε το έργο Ionisation του τελευταίου, το οποίο είχε γραφεί μόνο για κρουστά. Ο Ζάπα είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ, που σε ηλικία 15 ετών ήθελε να μιλήσει στο συνθέτη από το τηλέφωνο.

Τα επόμενα μουσικά του βήματα, στα γυμνασιακά του χρόνια, τα έκανε με τον Ντον Φαν Βλιτ (Don Van Vliet), γνωστό αργότερα και ως Κάπτεν Μπίφχαρτ (Captain Beefheart) με τον οποίο αλληλοεπηρεάστηκαν εκείνη την περίοδο.

Μετά από μια σύντομη σταδιοδρομία ως επαγγελματίας συνθέτης τραγουδιών (το ελεγειακό του Memories of El Monte ηχογραφήθηκε από τους The Penguins), o Ζάπα έγινε κιθαρίστας ενός τοπικού συγκροτήματος R&B. Λίγο αργότερα μετονόμασε το συγκρότημα σε The Mothers . Στη συνέχεια, το όνομα άλλαξε ξανά και έγινε Frank Zappa and the Mothers of Invention, λόγω επιμονής της δισκογραφικής εταιρίας, για να αποφευχθεί πιθανή συνωνυμία.

The Mothers στήριξε ο γνωστός παραγωγός Τομ Γουίλσον (Tom Wilson). Σύντομα έβγαλαν το πρώτο τους άλμπουμ Freak Out το 1966, ένα κράμα του συχνά ευρισκόμενου στη μόδα R&B και πειραματικού κολάζ ήχων. Ο δίσκος δεν είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία, ωστόσο θεωρείται ότι δημιούργησε σχολή. Ο όρος "freak out" που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα, ως παρακίνηση απόδρασης από τις κοινωνικές νόρμες, είναι εφεύρεση του Ζάπα. Το Freak Out είναι ένα από τα πρώτα διπλά άλμπουμ στην ιστορία της ροκ (μαζί με το Blonde on Blonde του Μπομπ Ντίλαν (Bob Dylan)). Πρόκειται για ένα ασυνήθιστο συνονθύλευμα παρωδιών ερωτικών τραγουδιών ("Go Cry On Somebody Else's Shoulder", "You Didn't Try To Call Me"), "αντεργκράουντ" κολάζ ("It Can't Happen Here", "Help, I'm A Rock") και πολιτικών σχολίων ("Hungry Freaks, Daddy", "Who Are The Brain Police?"). Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας αρχής που ο Ζάπα τήρησε μέχρι το τέλος: "Anything, any time, anywhere, for no reason at all" (Ο,τιδήποτε, οπουδήποτε, οποτεδήποτε, για κανένα απολύτως λόγο).

Την επόμενη χρονιά ακολούθησαν τα επίσης εκλεκτικά Absolutely Free και Lumpy Gravy. Ο Ζάπα ηχογράφησε επίσης το We’ re Only In It For The Money, μια καυστική σάτιρα της ιδεολογίας των Χίππις και των επικρατούντων τάσεων στην Αμερική. Το εξώφυλλο του δίσκου παρωδεί αυτό του άλμπουμ των Μπιτλς (The Beatles) Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band, στο οποίο αντικαθιστά τα λουλούδια με λαχανικά.

Το 1971 ο Ζάπα γύρισε την ταινία 200 Motels.Η ταινία γυρίστηκε σε βίντεο σε μόλις 7 ημέρες με μικρό προϋπολογισμό (679.000 δολάρια) και θεωρείται σημαντικό "πολυμεσικό" έργο, αφού αποτέλεσε πρότυπο του είδους και καθιέρωσε την μορφή των περισσότερων βιντεοκλίπ για ροκ μουσική. Περιγράφει τη ζωή ενός συγκροτήματος ροκ σε τουρνέ. Ο τίτλος αναφέρεται στον αριθμό των μοτέλ που διανυκτέρευσε το συγκρότημα.

Μετά από αρκετά ακόμα άλμπουμ με τους Mothers συμπεριλαμβανομένου του σε στιλ doo-wop Cruising With Ruben And The Jets, ο Ζάπα έβγαλε το σόλο ορχηστρικό άλμπουμ Hot Rats, στο οποίο παίζει ο ίδιος κιθάρα σε στιλ τζαζ. Το άλμπουμ περιλαμβάνει επίσης μια ζωντανή ηχογράφηση στο Fillmore East στην οποία συμμετέχει και ο Τζον Λένον (John Lennon). Με τους Mothers σε νέα σύνθεση πλέον, συνέχισε στον ίδιο υψηλό ρυθμό παραγωγής και στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Από την εποχή αυτή ξεχωρίζουν τα εξαιρετικά και προσιτά άλμπουμ One Size Fits All και Apostrophe.

Το 1980 ο Ζάπα βοήθησε τα πρώην μέλη του συγκροτήματός του Γουόρεν Κουκουρούλο (Warren Cuccurullo) και Τέρι Μπότζιο (Terry Bozzio) στο ξεκίνημα του νέου τους συγκροτήματος Missing Persons, αφήνοντας τους να χρησιμοποιήσουν το ολοκαίνουργιο στούντιό του UMRK.

Μετά από ένα διάλειμμα ο Ζάπα επέστρεψε και μεγάλο μέρος της νεότερης δουλειάς του χαρακτηρίστηκε από την χρήση τόσο του ψηφιακού σινθεσάιζερ Synclavier ως εργαλείου σύνθεσης και εκτέλεσης, όσο και τεχνικών στο στούντιο για την παραγωγή συγκεκριμένων εφέ. Η δουλειά του πολιτικοποιήθηκε ακόμη περισσότερο και άρχισε να σατιρίζει την άνοδο των ευαγγελιστών της τηλεόρασης στην Αμερική, καθώς και του ρεπουμπλικανικού κόμματος.

Στις 19 Σεπτεμβρίου 1985, ο Ζάπα κατέθεσε στην Επιτροπή Εμπορίου, Τεχνολογίας και Mεταφορών της Γερουσίας των ΗΠΑ καταγγελία κατά του Parents Music Resource Center (PMRC), μια οργάνωση λογοκρισίας μουσικής που είχε ιδρύσει η Τίπερ Γκορ (Tipper Gore), σύζυγος του Αλ Γκορ (Al Gore), και στην οποία μέλη ήταν και άλλες σύζυγοι πολιτικών, συμπεριλαμβανομένων και πέντε συζύγων μελών της Επιτροπής. Εκεί ανέφερε:

« Η πρόταση του PMRC είναι μια ανόητη σύλληψη που δεν καταφέρνει να προσφέρει κάποιο πραγματικό όφελος στα παιδιά, περιορίζει τις ελευθερίες των ανθρώπων που δεν είναι παιδιά και υπόσχεται να κρατά τα δικαστήρια απασχολημένα για χρόνια, καθώς αυτά θα προσπαθούν να βρουν μια λύση στα προβλήματα ερμηνείας και εφαρμογής που είναι έμφυτα σε αυτή.
Εξ όσων νομικών γνωρίζω, στις αποφάσεις που έχουν σχέση με την Πρώτη Τροποποίηση (First Amendment) προτιμάται η λιγότερο περιοριστική εναλλακτική λύση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, τα αιτήματα του PMRC ισοδυναμούν με την αντιμετώπιση της πιτυρίδας δια αποκεφαλισμού.»

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο Ζάπα αφιέρωσε όλη του σχεδόν την ενέργεια σε σύγχρονα έργα ορχηστρικά και synclavier. Η τελευταία τουρνέ του σε σχήμα ροκ συγκροτήματος πραγματοποιήθηκε το 1988 με ένα δωδεκαμελές συγκρότημα που φημολογείται ότι είχε ρεπερτόριο πλεόν των 800 τραγουδιών (τα περισσότερα του ίδιου του Ζάπα), το οποίο όμως διαλύθηκε με έντονους διαπληκτισμούς πριν ολοκληρωθεί η τουρνέ. Μέρη της τουρνέ αυτής υπάρχει στα άλμπουμ The Best Band You Never Heard In Your Life, Make a Jazz Noise Here (κυρίως ορχηστρική και πειραματική μουσική) και Broadway the Hard Way (νέο αυθεντικό υλικό). Μικρά κομμάτια της βρίσκονται και στο You Can’t Do That On Stage Anymore Volume 6.

Το 1992 διαγνώστηκε με καρκίνο του προστάτη, από τον οποίο και πέθανε ένα χρόνο αργότερα. Ο Ζάπα κηδεύτηκε στο νεκροταφείο Westwood Village Memorial Park Cemetery, στο Γουέστγουντ (Westwood) της Καλιφόρνια.

Ο Ζάπα εισήχθη μετά θάνατο στο Rock and Roll Hall of Fame το 1995. Την ίδια χρονιά ο μεγαλύτερος σύγχρονος Λιθουανός γλύπτης, Κονσταντίνας Μπογκντάνας (Konstantinas Bogdanas), δημιουργός πορτρέτων του Λένιν φιλοτέχνησε μια προτομή του Ζάπα, η οποία και τοποθετήθηκε στο κέντρο του Βίλνιους, της πρωτεύουσας της Λιθουανίας. Προς τιμήν του, επίσης, δόθηκε το όνομά του σε ένα αστεροειδή 3834 Zappafrank.

Ο Ζάπα παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη με την Κέι Σέρμαν (Kay Sherman) και τη δεύτερη με την Γκέιλ Σλόουτμαν (Gail Sloatman) με την οποία και έμεινε μέχρι το θάνατό του. Με τη Σλόουτμαν ο Ζάπα απέκτησε τέσσερα παιδιά, δύο γιους και δύο κόρες, στα οποία έδωσε ασυνήθιστα ονόματα: Moon Unit, Dweezil, Ahmet Rodin και Diva.


Αφιερωμένο κομμάτι στην οδό Ζάππα, στη Φιλιππιάδα!

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2007

ISAAC HAYES «Ένας θρύλος στην Ελλάδα»

Το Σάββατο 3 Μαρτίου, η On Stage και η Astra παρουσιάζουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον ζωντανό θρύλο της soul, Isaac Hayes, έναν από τους σημαντικότερους και με μεγαλύτερη επίδραση μαύρους μουσικούς όλων των εποχών, live, στο Κλειστό Γυμναστήριο Φαλήρου (Tae Kwon Do). Μια μοναδική ευκαιρία για τους λάτρεις της μαύρης μουσικής να δουν από κοντά έναν από τους τελευταίους μεγάλους του είδους. Είναι η πρώτη και ίσως να είναι και η τελευταία φορά που θα τον δούμε στην χώρα μας για αυτό τρέξτε. Πάντως όσοι δεν τον γνωρίζετε παραθέτουμε ένα απόλυτα πλήρες βιογραφικό του.

Εξηντα πέντε ετών σήμερα, ο Isaac Hayes “κουβαλάει” πίσω του μία τεράστια καριέρα 40 και πλέον χρόνων, κατά τη διάρκεια των οποίων συνεργάστηκε με ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της soul μουσικής, όπως οι Otis Redding, Johnnie Taylor, Bar Kays, Booker T. Jones (Booker T. and the MGs), Sam & Dave, Millie Jackson, Dionne Warwick και πολλοί άλλοι.
Υπήρξε ο πρώτος Αφρο-Αμερικάνος συνθέτης που κέρδισε βραβείο Oscar, για το μουσικό θέμα της ταινίας Shaft, το 1971, ενώ θεωρείται ένας από τους βασικότερους συντελεστές της περίφημης δισκογραφικής εταιρείας Stax Records.

Μέχρι σήμερα, έχει 7 Νο. 1 R & B albums (με το κλασσικό “Hot Buttered Soul” να ξεχωρίζει), έχει συμμετάσχει σε δεκάδες κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, ενώ τα τραγούδια του έχουν διασκευαστεί ή χρησιμοποιηθεί σαν samples από αμέτρητους σύγχρονους καλλιτέχνες, όπως οι Massive Attack, Portishead, Tricky, TLC, TuPac Shakur, Eric B. And Rakim, Big Daddy Kane, Dr. Dre, Snoop Dog, Destiny’s Child, Ice Cube, Notorious B.I.G., Mase, DJ Quik, Yo To και άλλοι. Άλλωστε, αποτελεί μία από τις βασικότερες επιρροές της rap / hip hop σκηνής, αφού τόσο ο μονόλογος του Theme From “Shaft”, όσο και το περίφημο “Ike’s Rap” που ηχογραφήθηκε το 1970 (!!) – μια δεκαετία πριν από το, θεωρούμενο ως απαρχή του συγκεκριμένου μουσικού ρεύματος, “Rappers Delight” των Sugarhill Gang – είναι τα κομμάτια που στην ουσία έβαλαν τις βάσεις πάνω στις οποίες δούλεψαν αμέτρητοι μεταγενέστεροι μαύροι – και όχι μόνο – μουσικοί.

Το 2002 έγινε μέλος του Rock And Roll Hall Of Fame, ενώ τρία χρόνια αργότερα εισήχθη και στο Songwriters Hall Of Fame, μαζί με τους Robert B. Sherman, Richard M. Sherman, Bill Withers, John Fogerty, Steve Cropper και David Porter, γεγονός φυσιολογικό για έναν άνθρωπο που έχει συνθέσει τόσο σπουδαία και διαχρονικά κομμάτια, όπως το “Theme From Shaft”, το “Soul Man” και το “Hold On, I’m Coming”, μεταξύ άλλων.

Για την ανθρωπιστική του εκστρατεία, η οποία κρατάει χρόνια και συνεχίζεται μέχρι σήμερα μέσω του Isaac Hayes Foundation, τιμήθηκε από τη βασιλική οικογένεια της Γκάνα και φέρει πλέον και ο ίδιος – έστω και τυπικά – τη βασιλική ιδιότητα, κάτω από το όνομα Nene Katey Ocansey I.

Ο Isaac Hayes έχει κερδίσει τη θέση του ως μία από τις επιδραστικότερες –και παραγωγικότερες– προσωπικότητες της Αφρο–Αμερικανικής κουλτούρας, εδώ και πολλά χρόνια και μέχρι σήμερα. Σπάνιος μουσικός και συνθέτης, συγγραφέας, ηθοποιός (χαρακτηριστικότατος ο ρόλος του ως “The Duke” στην περίφημη ταινία του John Carpenter «Απόδραση Από Τη Νέα Υόρκη»), επιτυχημένος επιχειρη-ματίας και εξαιρετικός... μάγειρας (άλλωστε, δά-νειζε και τη φωνή του στον, διάσημο πλέον, χαρακτήρα του Chef από τη γνωστή σειρά κινουμένων σχεδίων South Park, για εννέα περίπου χρόνια, πριν αποχωρήσει φέτος για λόγους δεοντολογίας), αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες παρουσίες του φετινού συναυλιακού χρόνου, ιδίως από τη στιγμή που είναι ελάχιστες οι φορές που μας επισκέπτονται τόσο σημαντικοί καλλιτέχνες της soul μουσικής.



SOULSVILLE: Τα νεανικά χρόνια του Isaac Hayes

Ο Isaac Hayes γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1942, στο Covington του Tennessee, μία περιοχή που βρίσκεται γύρω στα 50 χιλιόμετρα νότια του Memphis.

Ορφάνεψε σε νηπιακή ηλικία, με αποτέλεσμα να μεγαλώσει, μαζί με την αδελφή του Willete, υπό την επίβλεψη και φροντίδα των γονέων της μητέρας του, Willie και Rushia Addie-Mae Wade, οι οποίοι εμφύσησαν στον Hayes την αγάπη τους για τις απλές απολαύσεις της αγροτικής ζωής. “Καλλιεργούσαμε μόνοι μας την τροφή μας, είχαμε καλαμπόκι και μελάσσα, ενώ ένας σάκος αλεύρι μπορούσε να μας κρατήσει για αρκετούς μήνες. Πέρα από το ότι εκτρέφαμε και λίγα ζώα, ο παππούς μου συχνά πήγαινε για κυνήγι κι επέστρεφε με μερικούς λαγούς, οπότε είμασταν απόλυτα ικανοποιημένοι με αυτά που είχαμε. Όταν όμως μεταφερθήκαμε στο Memphis βρεθήκαμε μπροστά σε μια πρωτόγνωρη εμπειρία.”

Δυστυχώς όμως, μετά τον πρόωρο χαμό των γονιών του, η ζωή έμελλε να δείξει ξανά το σκληρό της πρόσωπο. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, η υγεία του παππού του άρχισε να χειροτερεύει ραγδαία. Από ένα σημείο και μετά έμεινε κατάκοιτος, για να πεθάνει τελικά όταν ο Isaac είχε φτάσει στην ηλικία των 11 ετών. «Τότε ήταν που αντιμετωπίσαμε πραγματικά δύσκολες στιγμές σαν οικογένεια», θυμάται ο ίδιος, «όταν ξεκίνησα να δουλεύω σε βαμβακοφυτείες και να κάνω, στην κυριολεξία, ένα σωρό διαφορετικές δουλειές, έτσι ώστε να τα βγάζουμε πέρα.»

Μοιάζει σαν ειρωνεία της τύχης, αλλά η τωρινή επίσημη κατοικία του, στο ανατολικό Memphis, έχει θέα σε αυτά ακριβώς τα λειβάδια όπου οι αφρο-αμερικάνοι καλλιεργούσαν το βαμβάκι –συνήθως για λογαριασμό των γαιοκτημόνων– επί δύο αιώνες. Ο Hayes, βέβαια, δεν έμεινε μόνο σε αυτό, αφού παράλληλα έκανε διάφορα θελήματα για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, γι’ αυτόν και την υπόλοιπη οικογένειά του. Κούρευε το γρασίδι σε κήπους, παρέδιδε τα ψώνια, καθώς και ξύλα για θέρμανση σε διάφορα σπίτια, ενώ στον...ελεύθερο χρόνο του καθάριζε τα παπούτσια των περαστικών στη Beale Street.

Για έναν έφηβο, όμως, η φτώχεια είναι πολύ σκληρή, ιδίως από τη στιγμή που συνδυάζεται με την πρώτη συνειδοτοποίηση που επέρχεται, συνήθως, σε αυτή την ηλικία. Στην περίπτωση του Hayes είχε ένα αποτέλεσμα που έμελλε να τον σημαδέψει για την υπόλοιπη ζωή του. Αισθανόμενος μειονεκτικά απέναντι στους συνομηλίκους του, λόγω της τραγικής οικονομικής κατάστασής του, και πιστεύοντας ότι δεν μπορεί να προσελκύσει τα κορίτσια επειδή δεν είναι καλοντυμένος, αποφάσισε να εγκαταλείψει το Manassas High School, όπου φοιτούσε. Μετά από έξι εβδομάδες, μία αντιπροσωπεία καθηγητών κατέφθασε στο σπίτι του για να πει τα νέα στη γιαγιά του. «Θεέ μου, ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί...», θυμάται, «αλλά εκείνοι το μόνο που της είπαν ήταν πως ‘αυτός ο νεαρός έχει πολλά να προσφέρει και δεν έχουμε τη δυνατότητα να τον χάσουμε.’»

Οι καθηγητές μάζεψαν ορισμένα ρούχα και τα πρόσφεραν στον νεαρό Isaac, ο οποίος αποφάσισε να επιστρέψει στο σχολείο και να πάρει, τελικά, το απολυτήριό του. Αυτή η κίνηση τους χαράχτηκε ανεξίτηλα στο μυαλό και την ψυχή του και αποτελεί το βασικό λόγο που ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης έχει αφιερώσει πάρα πολύ χρόνο καταβάλοντας προσπάθειες για την εξάλειψη του αναλφαβητισμού και, αντίστοιχα, την εξάπλωση της –βασικής, τουλάχιστον– μόρφωσης σε όλα τα κοινωνικά στρώματα του πληθυσμού, τόσο στις Η.Π.Α., όσο και στις φτωχές χώρες της Αφρικής. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν η Πολιτεία του Tennessee αποφάσισε να τον τιμήσει, εκείνος φρόντισε να μεταφέρει το αντίστοιχο βραβείο στο Manassas High School.

Ο Hayes τραγουδούσε στην εκκλησία από την ηλικία των πέντε, αλλά σταμάτησε όταν η φωνή του «έσπασε», στην εφηβεία. Λίγο αργότερα, μετά από προτροπή ενός σχολικού συμβούλου, συμμετείχε σε έναν διαγωνισμό ταλέντων, τραγουδώντας την επιτυχία του Nat King Cole, Looking Back. Όπως λέει ο ίδιος «όταν τελείωσα όλοι είχαν σηκωθεί όρθιοι και χειροκροτούσαν με ενθουσιασμό! Πραγματικά ένιωσα υπέροχα! Μέσα σε μια νύχτα ένα σωρό κορίτσια, ακόμα και μερικά που πήγαιναν μία – δύο τάξεις πιο ψηλά από εμένα, με προσκαλούσαν να βγούμε για φαγητό! Αληθινή μεταστροφή στη μέχρι τότε ‘καριέρα’ μου! Έτσι, άρχισα να ασχολούμαι με τη μουσική στα σοβαρά.»

Αμέσως μετά, έγινε μέλος της σχολικής μπάντας και έμαθε να παίζει σαξόφωνο υπό την καθοδήγηση του Lucian Coleman, αδελφού του hard-bopper George Coleman. Παράλληλα, ο Hayes καταπιάστηκε με όλα σχεδόν τα παρακλάδια της μαύρης μουσικής, αφού τραγουδούσε gospel με τους Morning Stars, doo-wop με τους Sir Isaac and the Doo-Dads, τους Teen Tones και τους Ambassadors, ενώ έπαιζε και λίγη jazz με τους Ben Branch Band στο Club Tropicana, στο βόρειο Memphis. Αργότερα έπαιζε σαξόφωνο και τραγουδούσε blues στους Calvin Valentine and the Swing Cats, διασκέδαζε τους μαθητές μαζί με τους Missiles σε parties αποφοίτησης και, παράλληλα, έκανε εντατικά μαθήματα πιάνου.

Τα χρόνια της Stax

Ο Hayes αποφοίτησε τελικά σε ηλικία 21 ετών από το Manassas, το 1962. Ήταν η χρονιά αμέσως μετά από τις πρώτες του κυκλοφορίες της νέας δισκογραφικής εταιρείας με το όνομα Stax Records, μέρος της Satellite Records και του Satellite Record Store, το οποίο άνοιξε το 1958 και στεγαζόταν στο παλιό Capitol Theatre. O Hayes κέρδισε πολλές υποτροφίες από κολέγια, χάρη στο εξαιρετικό μουσικό ταλέντο του, αλλά επέλεξε να μην πάει σε κανένα από αυτά. Αντ’ αυτού, εντρύφησε αρκετά στις γνώσεις του στο πιάνο έτσι ώστε να βρει δουλειά με το βαρύτονο σαξοφωνίστα Floyd Newman στο Plantation Inn στο δυτικό Αρκάνσας. Ο Newman συνεργάστηκε –και αυτός– με την Stax Records στα τέλη του 1963: το “Frog Stomp” ήταν το μόνο solo single που ηχογράφησε ποτέ, στο οποίο συμμετείχε ο Hayes στη σύνθεση και στο πιάνο.

«Εκείνη την περίοδο που ήμουν εκεί», θυμάται ο Hayes, «ο Jim Stewart, ιδιοκτήτης της Stax, με κοίταξε και είπε, ‘Κοίτα, ο Booker T , από τους Booker T & the MG’s πήγε στην Ιντιάνα και χρειάζομαι κάποιον που να παίζει πλήκτρα. Τη θες τη δουλειά;’ Ναι!, είπα.» Οι πρώτες ηχογραφήσεις του, επί πληρωμή, ήταν με τον Otis Redding στις αρχές του 1964 και ο Hayes έγινε σύντομα μία πανταχού παρουσία στη Stax. Λίγο αργότερα, ο τραγουδιστής και στιχουργός David Porter πρότεινε στον Hayes να συνεργαστούν σα συνθέτες. Μετά από μερικές δειλές προσπάθειες για τον Porter (“Can’t See You When I Want To”) και την Carla Thomas (“How Do You Quit [Someone You Love]”, τα πάντα άρχισαν να προσλαμβάνουν μεγάλες διαστάσεις.

Ως συνθέτες, ενορχηστρωτές και παραγωγοί, το δίδυμο Hayes-Porter έγινε το πολυτιμότερο αγαθό της Stax αρχίζοντας το 1966-67. Τα hits των Sam & Dave “You Don’t Know Like I Know”, “Hold On! I’m Comin’”, “Said I Wasn’t Gonna Tell Nobody” και “Soul Man”, το περίφημο R&B κομμάτι που κέρδισε βραβείο Grammy και παραμένει εξαιρετικά δημοφιλές μέχρι σήμερα, ήταν ανάμεσα στις 200 συνθέσεις των Porter-Hayes που έγιναν επιτυχίες. Για την Carla Thomas ήταν τα “Let Me Be Good To You” και “B-A-B-Y”, ενώ για το Johnnie Taylor ήταν το “I Had A Dream”.

Το ντεμπούτο σόλο του Hayes “Presenting Isaac Hayes”, ηχογραφήθηκε ως τρίο (με το μπασίστα των MG’s Duck Dunn και το ντράμερ Al Jackson) τις πρώτες πρωινές ώρες μετά από ένα ολονύχτιο πάρτυ της Stax. Το προσωπικό, αισθησιακό, με άρωμα τζαζ, τζαμάρισμα δεν κατάφερε να μπει στα charts, αλλά έγινε σημείο αναφοράς για πολλούς μελλοντικούς δίσκους.

Η δουλειά του Hayes με τους Sam & Dave, Otis Redding, Booker T & the MG’s, Mar-Keys, Rufus & Carla Thomas και, γενικότερα, όλο το δυναμικό της Stax, έγινε ο ήχος γνωστός ως “Memphis Sound”. Άλλαξε τελείως την pop μουσική και επηρέασε τους πάντες, από τον Elvis Presley και το Ray Charles, μέχρι τους Beatles και τους Rolling Stones.

Στις 4 Απρίλη του 1968, ενώ η Stax οριστικοποιούσε την πώλησή της στην εταιρία Gulf & Western, ο Dr. Martin Luther King Jr. δολοφονήθηκε στο ξενοδοχείο Lorraine στο κέντρο του Μέμφις. Ο Hayes, ο οποίος υποστήριζε τον King στην μάχη του για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ήταν προγραμματισμένο να τον συναντήσει εκείνη τη μέρα. «Με επηρέασε πάρα πολύ», είπε ο Hayes. «Για έναν ολόκληρο χρόνο, δεν μπορούσα να δημιουργήσω. Είχα τόση πικρία και θυμό. Σκέφτηκα, τι μπορώ να κάνω; Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, γι’ αυτό θα γίνω επιτυχημένος και θα αποκτήσω δύναμη, ώστε να μπορώ να έχω μια φωνή που θα ακουστεί και θα κάνει τη διαφορά. Έτσι γύρισα στη δουλειά και ξανάρχισα να γράφω.”

Τα Χρόνια Της Enterprise Και Το Oscar Για Το “Shaft”

Ο Isaac Hayes ξαναβγήκε στην επιφάνεια το καλοκαίρι του 1969 με το album - ορόσημο “Hot Buttered Soul” και η καριέρα του Hayes δε θα ήταν ποτέ πια η ίδια. Το LP ήταν μια συλλογή από τέσσερα οργιώδη, αισθησιακά κομμάτια, από την 12-λεπτη εκτέλεση του “Walk On By”, που άνοιγε το album, μέχρι το 18-λεπτο “By The Time I Get To Phoenix”, που το έκλεινε. Και οι δύο μεριές μπήκαν στο TOP 40 των R&B κομματιών. Το LP έμεινε στο Pop chart για 81 εβδομάδες! Ανάγκασε τη μουσική βιομηχανία να υπολογίσει, για πρώτη φορά, τη μουσική Soul ως μορφή τέχνης αποτυπωμένη σε άλμπουμ. Μία νέα εποχή Αφρο-κεντρισμού και Μαύρης Δύναμης ανέτειλε, και το να αφιερωθεί ολόκληρο το εξώφυλλο του δίσκου στο ξυρισμένο κεφάλι του Hayes ήταν μία δήλωση επανάστασης.

Το “Hot Buttered Soul“ κυκλοφόρησε κάτω από την ετικέτα της Enterprise (ναι, από το διαστημόπλοιο στο Star Trek), θυγατρικής της Stax, όπου ο Ηayes θα ηχογραφούσε για τα επόμενα πέντε χρόνια και θα έφερνε επτά Νο 1 albums! Στις αρχές των 70’s δεν υπήρχε εβδομάδα που δύο ή ακόμη και τρία albums του δεν ήταν στα charts.

Το 1970 βγήκαν στην αγορά δύο ακόμα δουλειές του, μέσα από τις οποίες επανακυκλοφόρησαν παλιότερα κομμάτια του σε μικρότερες εκτελέσεις: το “The Isaac Hayes Movement” (7 εβδομάδες Νο 1 με το “I Stand Accused”) και το “…To Be Continued” ( 11 εβδομάδες Νο 1, με την πρώτη έκδοση του “Ike’s Rap”.


Η άφιξη της ταινίας “Shaft“ το καλοκαίρι του 1971 με διπλό LP soundtrack και το ομώνυμο τραγούδι τίτλων ήταν καθοριστικό σημείο για την καριέρα του. To τρίο που αποτέλεσαν ο Isaac Hayes, ο πρωταγωνιστής της ταινίας Richard Roundtree και ο σκηνοθέτης Gordon Parks έδωσε σάρκα και οστά σε μία νέα εποχή «Μαύρης ενδυνάμωσης». Το “Shaft“ ήταν το πρώτο album στην ιστορία από solo μαύρο καλλιτέχνη που έφτασε Νο 1 - και στο Pop και στο R&B chart - για 14 εβδομάδες. Την επόμενη χρονιά, ο Hayes έγινε ο πρώτος αφροαμερικάνος συνθέτης που κέρδισε βραβείο Oscar για την καλύτερη μουσική σε ταινία. Στις επόμενες δεκαετίες συνέχισε να γράφει μουσική για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Το 1971 και ενώ το “Shaft” ακόμη μεσουρανούσε, ο Hayes κυκλοφόρησε ένα καινούριο διπλό LP, με τον τίτλο Black Moses (No 1 για 7 εβδομάδες, το οποίο περιείχε και το διάσημο “Never Can Say Goodbye”), ένα προσωνύμιο που θα τον ακολουθούσε για πολλά χρόνια αργότερα.

Αργότερα την ίδια χρονιά ήρθε το άλμπουμ “Joy“. Εκτός από το ομότιτλο κομμάτι, μία crossover R&B και pop επιτυχία, περιείχε και το “I Love You That’s All”, το οποίο στο μέλλον σάμπλαραν πολλοί, από τις TLC και τους Massive Attack μέχρι τους Eric B. & Rakim και Big Daddy Kane. Στην τελευταία δεκαετία, η μουσική του Hayes έχει σαμπλαριστεί – επισήμως – 200 φορές σε ηχογραφήσεις από Dr. Dre, Snoop Dog, Dj Quik, Ice Cube, Destiny’s Child, Tricky, Portishead (στο περίφημο “Glory Box”), TuPac Shakur και Notorious B.I.G.




Μια Νέα Εποχή / Κινηματογράφος Και Τηλεόραση

Το 1974 οι σχέσεις του με τη Stax/Enterprise είχαν αρχίσει να γίνονται όλο και χαλαρότερες, λόγω επαγγελματικών διαφωνιών. Έτσι, το 1975, ο Hayes ίδρυσε τη δική του δισκογραφική εταιρεία μέσω της ABC Records: την HBS (ή Hot Buttered Soul). Με το πρώτο του νέο album, “Chocolate Chip“ (No 1 για 7 εβδομάδες με το ομότιτλο R&B hit), έδειξε ότι μπορεί να προσαρμοστεί στην εποχή της disco, κρατώντας όμως την προσωπική του μουσική ταυτότητα άθικτη.

Ακολούθησαν τρία νέα albums στην HBS το 1976, τα οποία μπήκαν στο Top 20 των R&B charts: “Disco Connection“, “Groove-A-Thon“ και “Juicy Fruit (Disco Freak)”. Η περιοδεία του με τη Dionne Warwick στις αρχές του 1977, αποτυπώθηκε σε βινύλιο στην τελευταία ηχογράφηση της HBS, αφού οι οικονομικές δυσκολίες ήταν πολλές και ανάγκασαν τον Hayes να δηλώσει χρεοκοπία.

Ξαναβγήκε στην επιφάνεια στα τέλη του 1977 με ένα νέο δισκογραφικό συμβόλαιο, αυτή τη φορά στην Polydor, χρησιμοποιώντας ως νέα του βάση την Ατλάντα και με νέο album, το “New Horizon”. Ακολούθησαν δύο ακόμα κυκλοφορίες, τα “For The Sake Of Love” και “Don’t Let Go”.

Έπειτα έφτασε η εποχή όπου ο Hayes άρχισε να παίζει μικρούς ρόλους σε κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες αλλά και σειρές. Το 1981 έπαιξε τον κακό Duke στην ταινία του John Carpenter Escape From New York, ενώ το 1985 έπαιξε ρόλους σε σειρές όπως A-Team και Miami Vice, στην τηλεοπτική ταινία Jailbait: Betrayed by Innocence, καθώς και σε δύο ακόμα κινηματογραφικές ταινίες, Counterforce και Dead Aim (1987).

Από τότε, δεν πέρασε ούτε χρόνος που να μην έπαιξε έναν και δύο ρόλους σε ταινίες. Ανάμεσα στις 36 που έχει κάνει, από το 1990 μέχρι σήμερα, είναι οι:

Fire, Ice & Dynamite (με τον Roger Moore), Guilty As Charged (με τον Rod Steiger), Final Judgement (με τον Brad Dourif, 1992), Posse (με τον Mario Von Peebles, 1993), Ρομπέν των Δασών: Οι Ήρωες με τα Κολάν του Mel Brooks (1993), It Could Happen To You (με τον Nicolas Cage, 1994), Once Upon A Time… When We Were Colored (με τον Richard Roundtree, 1995), Flipper (με τον Paul Hogan, 1996), Six Ways To Sunday (με τη Debbie Harry, 1997), Ninth Street (με τον Martin Sheen, 1999, για την οποία έγραψε και το soundtrack), Reindeer Games (με τον Ben Affleck, 2000), Shaft (re-make με τον Samuel L. Jackson, 2000), A Man Called Rage (με τον Lance Henriksen, 2002) και την ολοκαίνουρια τηλεταινία Book Of Days (με τον Will Wheaton).

Την ίδια στιγμή, κρατούσε διάφορους ρόλους, μικρούς αλλά και μεγαλύτερους, σε γνωστές τηλεοπτικές σειρές όπως οι “Tales From The Crypt”, “The Fresh Prince Of Bel-Air”, “Sliders”, “The Hughleys”, “The Education Of Max Bickford”, “Fastplane”, και πιο πρόσφατα στη σειρά “Girlfriends” με την Tracee Ellis Ross.

Από μουσικής πλευράς, ο Hayes είχε γυρίσει στο προσκήνιο στα τέλη του 1986 με νέο συμβόλαιο στην Columbia και νέο album, το “U-Turn“, με single μία νέα έκδοση του “Ike’s Rap”. Το τραγούδι είχε τόσο έντονο μήνυμα ενάντια στο κρακ, που ο στίχος “Don’t Be A Resident Of Crack City” (Μην είσαι κάτοικος της πόλης του κρακ), έγινε σλόγκαν ενός κέντρου αποτοξίνωσης στο Detroit.


Το κάλεσμα Της Αφρικής

Ο ρόλος του Hayes ως ανθρωπιστή έγινε ευρύτερα γνωστός, όταν ταξίδεψε με τον Barry White στην Ακτή του Ελεφαντοστούν, στην Αφρική, στα τέλη του 1991, για να γυρίσει ένα video clip για το single του White “Dark And Lovely (You Over There)”.
Όταν γύρισε στην Αμερική, ο Hayes βγήκε στο δρόμο και μίλησε σε Αφροαμερι-κάνικες κοινωνικές ομάδες και σε εκθέσεις σε όλη τη χώρα. Ενθάρρυνε όλους όσους γνώριζε να επισκεπτούν την Αφρική, αν μπορούσαν, να μιλήσουν με τους ανθρώπους εκεί ή τουλάχιστον να υποστηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη. Σε μία τελετή που έγινε προς τιμήν του στη Γκάνα, τον Δεκέμβρη του 1992, συμμετείχαν και οι Public Enemy, οι οποίοι έδωσαν εκεί συναυλίες με τoν Hayes.


Παιδεία και Μόρφωση

Ο Hayes έχει δείξει μεγάλη αφοσίωση στην καμπάνια για την εξάπλωση του μηνύματος ότι η παιδεία και η μόρφωση είναι τα κλειδιά για την ελευθερία και την ευημερία στον κόσμο. Το 1993 έγινε επίσημα ο διεθνής εκπρόσωπος για την καμπάνια “Εφαρμοσμένη Εκπαιδευτική Σταυροφορία για την Παγκόσμια Παιδεία”. Πολύ σύντομα μετά από αυτό, ίδρυσε το Ίδρυμα Isaac Hayes (The Isaac Hayes Foundation), του οποίου αποστολή είναι να βοηθήσει ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να ολοκληρωθούν, μέσα από τη μόρφωση, τη μουσική παιδεία και μέσα από προγράμματα που ενισχύουν την αυτοεκτίμηση του ανθρώπου.

Το 1995, μόλις είχε υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Virgin Records, κυκλοφόρησε δύο νέα CDs: το “Raw And Defined” και το “Branded”.
Το 1998 συμμετείχε στο “Blues Brothers 2000” soundtrack, μαζί με καλλιτέχνες όπως οι B. B. King, Gary US Bonds, Eric Clapton, Bo Diddley, Dr. John, Billy Preston, Lou Rawls, Koko Taylor, Jimmie Vaughan, Steve Winwood, Grover Washington και πολλούς άλλους.

Το Σάββατο 3 Μαρτίου, ο Isaac Hayes και η πολυμελής ορχήστρα του θα βρίσκονται στο Κλειστό Γυμναστήριο Φαλήρου για μια συναυλία που προβλέπεται να μείνει αξέχαστη σε όσους την παρακολουθήσουν.

Εισιτήρια προπωλούνται - προς 45 € (αρένα), 55 € (κερκίδα).